Τὰ ἐπιχειρήματα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Παῦλος ‘ὑποτιμάει’ τὸν γάμο δὲν προϋποθέτουν ἀπαραιτήτως ἰδιαίτερη αὐστηρότητα, ἔχουν διαχρονικὴ ἀξία, θὰ ἴσχυαν ἀκόμη ἂν δὲν συνέβαινε ποτέ Δευτέρα Παρουσία, ἀναφερόμενα στὴν προσωπικὴ ἐδῶ καὶ τώρα σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀρχή του ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς καθολικῆς συντέλειας τοῦ χρόνου.

Ἄλλωστε ἡ προηγούμενη καὶ θεμελιώδης γιὰ τὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Παύλου ‘ὑποτίμηση’ τοῦ γάμου ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ἀσφαλῶς δὲν ὀφείλεται στὴν ἀναμονὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας.

Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις πρόκειται γιὰ ἁπλὴ σύγκριση ἀνάμεσα στὸν αὐθεντικὸ καὶ τὸν ἔκπτωτο βίο. Ὅπως μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία εἶναι δυνατὴ μιὰ αἰωνιότητα κόλασης, ἔτσι ἤδη τώρα εἶναι δυνατὴ παροδικότητα διαποτιζόμενη ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς Ἀνάστασης.

Στὸ δέκατο ἔνατο κεφάλαιο τοῦ Ματθαίου, στὴν εὐλογία τῶν παιδιῶν ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν μεταφορὰ τοῦ εὐνουχισμοῦ, διαβάζουμε ὅτι ἔφεραν τὰ παιδιά τους νὰ τὰ εὐλογήσει, ἀλλὰ οἱ Μαθητὲς τοὺς ἐπέπληξαν, ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐξηγεῖ πὼς ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνήκει σὲ ὅσους εἶναι σὰν τὰ παιδιά, δηλαδὴ ἔχουν τὸν βίο τους ἀδέσμευτο καὶ διαθέσιμο. Στὴν συνέχεια ἀναφέρεται ἡ συνομιλία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν πλούσιο νέο, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐσεβὴς μὲ τὰ κριτήρια τῆς ἰουδαϊκῆς παράδοσης, ἔχοντας ἔμπρακτη πεποίθηση στὶς δέκα ἐντολές, ἀλλὰ φοβόταν νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιουσία του: στὴν Βασιλεία εἶναι ἀδύνατο νὰ εἰσέρχονται πλούσιοι, καθηλωμένοι ὅπως παραμένουν στὸ ἀσήμαντο.

Πλοῦτο δὲν συνιστοῦν μόνο τὰ εἰσοδήματα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία γι’ αὐτά, καὶ κάθε χάρισμα, ἡ ἴδια ἡ σωματικὴ ὑγεία καὶ διανοητικὴ ρώμη, ὁτιδήποτε ἔχει κανεὶς ἢ ἐπιθυμεῖ, ἂν δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, εἶναι ὁ πλοῦτος ποὺ μπορεῖ νὰ καταντάει ἐμπόδιο, στὸν βαθμὸ τῆς ἐξάρτησης ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο. Καταλαβαίνοντας τὴν περιουσία μὲ τὸν τρόπο αὐτό, γίνεται ἀμέσως φανερὴ ἡ εὐεργετικὴ παιδαγωγικὴ πλευρὰ τῆς ἀσθένειας, τοῦ πόνου καὶ τῶν βιοτικῶν ταλαιπωριῶν ἐν γένει.

Τὸ κεφάλαιο ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ παράδειγμα τῶν φτωχῶν — ὅσων δὲν στεροῦνται ἁπλά, ἀλλὰ ἀφήνουν μὲ τὴν θέλησή τους τὰ πάντα ὅπως οἱ Μαθητές, στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἢ δέχονται μὲ εὐχαριστία τὴν ἀπώλεια τῆς περιουσίας τους καὶ κάθε συμφορά — γιὰ τοὺς ὁποίους δηλώνεται ὅτι θὰ ἔχουν ἑκατονταπλάσια καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Πρὸς τὸ παρὸν ἴσως περιφρονοῦνται, θὰ προηγοῦνται ὅμως στὸν ἐρχόμενο αἰῶνα ἀπολαμβάνοντας μεγαλύτερη ἑνότητα μὲ τὴν θεία ὕπαρξη, ἐφόσον τὴν ὕπαρξη αὐτή ἐπιθύμησαν, καὶ ἀντιστοίχως πολλοὶ ποὺ νομίζονται τώρα σπουδαῖοι, θὰ εἶναι οἱ τελευταῖοι, δηλαδὴ ἀπὸ μόνοι τους ἀποκλεισμένοι σὲ μεγαλύτερη ἀποξένωση ἀπὸ τὴν ὑψηλότερη πραγματικότητα.

Ἡ ἀναφορὰ στὸν γάμο ἀποτελεῖ μοναδικὴ περίπτωση στὸ κεφάλαιο τοῦ Ματθαίου, ὅπου τὸ ζήτημα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν θίγεται ἔμμεσα, στὴν διαπίστωση πὼς οἱ πολλοὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν σχέση τους μὲ τὴν ἀρχή τους, ἑπομένως δὲν ἔχουν πράγματι λόγο νὰ ἀποφύγουν τὸν γάμο.

Τὸ ζευγάρι ὡς τέτοιο ἀνήκει σὲ ἀτελέστερη ζωή, ἀπ’ ὅπου φαίνεται πὼς ἡ ἴδια ἡ διάκριση τῶν φύλων ἀποτελεῖ ὄχι τὴν ἰδανικὴ ἀλλὰ κατώτερη ἀρχή, ὡς συγκατάβαση στὴν ἔκ­πτωση τοῦ ἀνθρώπου, συμπέρασμα στὸ ὁποῖο δὲν θὰ διστάσουν νὰ ὁδηγηθοῦν μεγάλοι Πατέρες ὅπως ὁ Μ. Βασίλειος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, καταλογίζοντας στὶς γαμήλιες σχέσεις “κτηνώδη τε καὶ ἄλογον τῆς ἐξ ἀλλήλων διαδοχῆς τρόπον” (Γρηγόριος Νύσσης, Περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, PG 44, 189).

Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)

Αρχική σελίδα