Ὁ χριστιανισμὸς θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς συγκεκριμένους ἐπικριτὲς δύναμη ἱστορικῆς σημασίας, χωρὶς νὰ ἀποτελεῖ προσωπική τους πίστη καὶ μᾶλλον ἀπορριπτόμενος στὸ ἐπίπεδο αὐτό, ἐνῷ στὴν σεξουαλικότητα καταλαβαίνουν καὶ θέλουν νὰ προβάλουν ἄνευ ὅρων ἀγαθό.

Τὸ πρῶτο διευκολύνει ἐμπαθῆ μεροληπτικὴ ἀντίθεση, χωρὶς νὰ καταγράφεται ἡ εὐρύτερη εἰκόνα, πὼς ὑπάρχουν καὶ ἄλλες πολιτισμικὲς δυνάμεις μὲ παρόμοια ἠθική. Τὸ δεύτερο ἀποστρέφει σὲ διάφορους βαθμοὺς καὶ μέχρι πλήρους ἀπαγορεύσεως ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση ἔστω μόνο τοῦ ἐνδεχόμενου νὰ εἶναι ὀρθὴ κάποιου βαθμοῦ ἀρνητικὴ ἀξιολόγηση τῆς σεξουαλικῆς ὁρμῆς. Προσπαθῶντας νὰ ἐξυψώνουν τὸν ἐρωτισμό, καὶ διακρίνοντας στὴν παράδοση τῆς χριστιανοσύνης ἀσκητικὴ νοοτροπία τὴν πιὸ ἰσχυρὴ στὸν δυτικὸ κόσμο, ἐπιτέθηκαν σὲ ὅ,τι φάνηκε μεγάλος ἀντίπαλος, ἀδιαφο­ρῶντας γιὰ τὴν ἱστορικὴ ἀκρίβεια.

Ἔτσι ἔγιναν δυνατὲς κωμικὲς καταστάσεις, ὅπου ἐξυμνεῖται ἂς ποῦμε ἡ ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα ὡς σεξουαλικὰ φιλελεύθερη, μολονότι ὑπῆρχε ἀσκητισμὸς ἐξίσου ἰσχυρὸς μὲ τὸν χριστιανικό, ἀφορῶντας ἐπίσης στὴν σεξουαλικότητα, οἱ δὲ ἱερεῖς ἔπρεπε νὰ εἶναι παρθένοι ἂν μὴ καὶ εὐνοῦχοι, ἐνῷ ἡ φιλομοφυλία ἦταν ἀντικείμενο ἐπίκρισης καὶ εἰρωνίας. Ἄλλωστε, ὄχι κάποιος χριστιανὸς μοναχὸς ἀλλὰ ὁ Πλάτων ἀσκεῖ συστηματικὴ κριτικὴ στὴν (φιλομόφυλη καὶ μή) σεξουαλικὴ ἐπιθυμία. Γιὰ τὴν ἀρχαία θρησκευτικότητα πρβλ. ὅσα γράφω στοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες, σ. 221 κ.ἑ., καὶ γιὰ τὴν πλατωνικὴ κριτική, σ. 304 κ.ἑ.

Στοιχειώδης νηφαλιότητα ἀρκεῖ καὶ περισσεύει γιὰ νὰ ἔχει κανεὶς ἔγκυρα συμπεράσματα γιὰ τὴν οὐσία τοῦ ζητήματος.

Στὴν τελειότητα τῆς σχέσης καὶ ἑνότητας πῶς ἐντάσσεται ἡ ἀγάπη τοῦ σώματος; Ἂν ἀπαιτεῖται σεξουαλικὴ ἐπαφή, θὰ ‘ὀφείλαμε’ νὰ τὴν ἔχουμε ἐπίσης μὲ τοὺς γονεῖς, τοὺς φίλους καὶ τὰ παιδιά μας, διαφορετικὰ ἡ σχέση μαζί τους δὲν θὰ ἔφθανε σὲ ‘ὁλοκλήρωση.’ Ἔπειτα, ἂν ἕλκει τὸ ὡραῖο κορμί, καὶ ἂν ἡ ἕλξη αὐτὴ ὑπῆρχε γιὰ νὰ ‘ὁλοκληρώνει’ τὴν σχέση, οἱ γέροντες δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ζήσουν παρὰ μόνο κατώτερη ἀγάπη, ἁπλῶς ἐπειδὴ δὲν εἶναι σεξουαλικὰ ἐπιθυμητοί, καὶ τὸ ἴδιο κάθε ἄρρωστος, δύσμορφος, κλπ.

Ὁ ‘προοδευτισμὸς’ ψυχολογούντων οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουν πῶς τὸ ζευγάρι θὰ ἔχει σὲξ ὣς τὰ βαθειὰ γεράματα, εἶναι πράγματι ἀποκρουστικός, μικραίνει καὶ εὐτελίζει τὸν ἄνθρωπο.

Ἂν ὅμως ἤθελαν, δὲν θὰ δυσκολεύονταν οὔτε αὐτοὶ νὰ καταλάβουν γιὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀντικρύζει κανεὶς Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν ἀσχολεῖται μὲ διεγέρσεις γεννητικῶν ὀργάνων, κλπ, ὄχι ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι κάτι ‘κακό,’ ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν περισσεύει χρόνος, προσοχὴ καὶ διάθεση: τὸ ‘κακὸ’ ποὺ μοιάζει νὰ ἀποδίδεται στὴν σεξουαλικότητα, δὲν ἀφορᾶ στὴν ἴδια παρὰ ἔμμεσα — στὸν βαθμὸ τῆς παρουσίας της ἡ σεξουαλικὴ σχέση ὄχι μόνο δὲν ‘ὁλοκληρώνει,’ ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο, εἰσφέρει καὶ τεκμηριώνει ἀτέλεια, ἀποδεικνύει ἐνεργὸ ἕνα βαθμὸ διαίρεσης, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ πολὺ μεγάλος, ὅταν φθάνει ὣς τὸν βιασμὸ ἢ παρόμοιες συμπεριφορές.

Ἡ σεξουαλικὴ δὲν εἶναι οὔτε ἡ καλύτερη, ἀλλὰ οὔτε ἡ χειρότερη ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, ἂν σέβεται τὴν ἐλευθερία καὶ δὲν περιέχει στοιχεῖα ἐπιβολῆς. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς στὴν σεξουαλικὴ ἐπαφὴ δὲν ὑπάρχει τὸ ἄκρον τῆς τελειότητας, εἶναι δυνατὸ νὰ συμβαίνει ἀκόμα καὶ μὲ τὶς πιὸ ἀπρόσωπες μορφές, χωρὶς κανένα ἀπολύτως σεβασμὸ γιὰ τὸν ἄλλο, στὶς κακοποιήσεις, τὰ ὄργια, τὴν πορνεία, κλπ.

Ἡ κριτικὴ τῆς σεξουαλικότητας ὅπως ἀναπτύχθηκε στὴν δυτικὴ χριστιανοσύνη πῆρε διαστάσεις ἠθικῆς τρομοκρατίας, παραμορφώνοντας τὰ πράγματα. Αὐτὸ δημιουργεῖ ἴσως μερικὰ ἐλαφρυντικὰ γιὰ τοὺς ἐπικριτὲς τοῦ χριστιανισμοῦ στὴν Δύση, ἀλλὰ πῶς νὰ δικαιολογήσει κανεὶς τὴν ἑλληνόφωνη ἀπομίμηση; Ἂν ὑπῆρχε γνήσια θεωρητικὴ ἀπορία, θὰ εἶχε συζητηθεῖ μὲ σοβαρὸ καὶ ἀξιόλογο τρόπο, ἐφόσον ἤδη ὁ Πλάτων τὴν ἔχει ἐξαντλήσει.