Αὐτὸ ἀκριβῶς τονίζει ὁ Παῦλος, καὶ ἤδη ἡ προηγούμενη διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Δὲν καταδικάζει τὸν γάμο, ἀλλὰ ἐξηγεῖ τὴν σχετικότητα καὶ ὁριακότητα τῆς ἀξίας του, ὅτι “κύριος καὶ τελικὸς σκοπὸς τοῦ γάμου εἶναι ἡ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωση τῶν συζύγων … δὲν εἶναι ἡ ‘οἰκογένεια,’ ἀλλὰ ἡ Ἀγάπη … (Ὁ γάμος) μεταβιβάζει τοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ ἀνθρώπινου ἔρωτά τους στὸν θεῖο καὶ οὐράνιο ἔρωτα” (Πατρῶνος, ὅ.π., σελ. 287–292).

*

Σύμφωνα μὲ ‘ἄποψη’ δυτικῶν διανοούμενων καὶ ὁρισμένων ἐξ ἡμῶν πιθηκιζόντων, προηγουμένως ἡ ἀνθρωπότης, στὸν ‘δυτικὸ’ τοὐλάχιστον πολιτισμό, ἀπολάμβανε τὴν ὕπαρξη γλυκὰ παραδομένη στὴν ἀθωότητα τοῦ σέξ, ἐνῷ μὲ τὸν χριστιανισμὸ τὸ σῶμα καὶ οἱ ἐπαφὲς τῆς λαγνείας κατηγορήθηκαν, ἔγιναν ἀντικείμενα περιφρόνησης καὶ ἀφορμὲς ἐνοχῆς.