Η πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος δεν υπήρξε ποτέ γραμμική. Εξελίχθηκε μέσα από ήττες, τακτικές υπαναχωρήσεις, συμβιβασμούς, ανασύνταξη, αναθεωρήσεις ώσπου να επέλθει κάθε φορά σύνθεση και τελικά πρόοδος.

Οι θεμελιωτές της τότε Ε.Ο.Κ. μιλούσαν για μια «ολοένα στενότερη ένωση», δείχνοντας την κατεύθυνση που εκείνοι τουλάχιστον ήθελαν να ακολουθηθεί. Δείχνοντας, δηλαδή, ένα δρόμο κοινού βηματισμού, άρα όλο και στενότερης συνεργασίας μεταξύ των κρατών. Η πορεία δεν υπήρξε ποτέ ανέφελη.

Αναφέρω χαρακτηριστικά την απόρριψη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας το 2005. Η κρίση του Ευρώ, που ήρθε μετά από μερικά χρόνια, όξυνε τις αμφισβητήσεις. Σε όλη την Ευρώπη σημειώθηκε άνοδος του ευρωσκεπτικισμού – σε ορισμένες χώρες τέτοιου είδους κόμματα βρίσκονται στην Κυβέρνηση. Και μετά ήρθε το σοκ του Brexit, το οποίο ακόμα είναι άγνωστο πώς θα εξελιχθεί.

Τα αίτια της κρίσης είναι πολλά.

Καταρχάς υπάρχουν δομικές αδυναμίες στην αρχιτεκτονική της Ευρώπης και της Ευρωζώνης, τις οποίες δεν μπορούμε να παραβλέπουμε. Είναι επίσης γεγονός, ότι η Ε.Ε. συχνά αποτέλεσε άλλοθι για την επιβολή δυσάρεστων μέτρων σε εθνικό επίπεδο. Είναι κάτι που, σε αρκετές περιπτώσεις, έγινε με ευθύνη και των εθνικών Κυβερνήσεων, με αποτέλεσμα να πυροδοτήσει μια αντι – ευρωπαϊκή στροφή της κοινής γνώμης.

Θα πρέπει επίσης να πω ότι δεν είναι παραγωγική η επέκταση των αρμοδιοτήτων της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας σε τομείς που θα μπορούσαν άνετα να αποτελούν ευθύνη των εθνικών κοινοβουλίων. Περισσότερη Ευρώπη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην περισσότερες οδηγίες και ντιρεκτίβες.

Έτσι τα στερεότυπα ενισχύθηκαν. Μια μερίδα των Ευρωπαίων πολιτών στο Βορρά αντιλαμβάνεται αρνητικά την Ευρώπη ως μηχανισμό μεταφοράς πόρων σε άλλες χώρες. Ενώ πάλι κάποιοι άλλοι στο Νότο αμφισβητούν ότι το ευρωπαϊκό Σχέδιο μπορεί να δημιουργήσει ευημερία για όλες τις χώρες.

Αντίστοιχα, κάποιοι λαοί θεωρούν την περαιτέρω ενοποίηση της Ε.Ε. ως απειλή για την εθνική τους ταυτότητα, έστω κι αν η ίδια η Ε.Ε. υπογραμμίζει συνεχώς και αναδεικνύει εμπράκτως την ανάγκη σεβασμού των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Πολλοί θεώρησαν αυτά τα γεγονότα ως απόδειξη της αποτυχίας του ευρωπαϊκού οράματος. Κάνουν λάθος.

Οι πρόσφατες εξελίξεις, και ιδίως το Brexit, λειτούργησαν ως κλήση αφύπνισης. Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις ανασυντάσσονται. Οι ευρωσκεπτικιστές ηττήθηκαν σε πολλές και σημαντικές χώρες της Ευρώπης. Όμως, όπως μας υπενθύμισαν οι εκλογές στην Αυστρία με την άνοδο της ακροδεξιάς, οι δυνάμεις του λαϊκισμού και του στείρου εθνικιστικού ευρωσκεπτικισμού παραμένουν ισχυρές.

Η παρουσίαση από τον πρόεδρο Μακρόν του οράματός του για την Ευρώπη της επόμενης μέρας, δίνει μια νέα πνοή στο όλο εγχείρημα.

Είναι μια ατζέντα τολμηρή, διότι δεν αφορά μόνο την πορεία της οικονομικής ενοποίησης και του κοινού νομίσματος, αλλά και την θεσμική ανασυγκρότηση, την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσής μας. Αφορά όμως και τον κοινό ευρωπαϊκό μας πολιτισμό.

Προσυπογράφω το μεγαλύτερο μέρος της και στηρίζω την προσπάθεια του Γάλλου προέδρου. Όπως στηρίζουμε και την φιλόδοξη προσπάθεια του προέδρου Γιουνκέρ για την επανεκκίνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι όπως την παρουσίασε στην ομιλία του στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η βούληση της νέας γερμανικής Κυβέρνησης να συμμετέχει ενεργά σε αυτόν το διάλογο, είναι επίσης ένα σημαντικό βήμα. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας να προχωρήσουμε μπροστά. Είναι ιστορικό μας καθήκον να αδράξουμε αυτήν την ευκαιρία, γιατί το παράθυρο δεν θα είναι ανοιχτό για πάντα.