Για την Ελλάδα η συζήτηση για την επόμενη μέρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ σημαντική, δεδομένου ότι διαμορφώνεται το τοπίο μέσα στο οποίο η χώρα θα καταβάλει προσπάθεια να ξεφύγει από μία πολυετή ύφεση και θα επιστρέψει πλέον σε μονοπάτι δυναμικής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει de facto κίνδυνο να τοποθετηθεί στην χαμηλή ταχύτητα της Ευρώπης, αν δεν μπορέσουμε να ακολουθήσουμε το βήμα των υπόλοιπων χωρών. Αυτό θα είναι μια εθνική ήττα που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συμβεί.

Θα καταφέρουμε να πετύχουμε τους εθνικούς μας στόχους με δύο βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, να προχωρήσουμε ταχύτερα και αποτελεσματικότερα στο δρόμο των διαρθρωτικών αλλαγών στο κράτος και στην οικονομία. Όχι επειδή το επιτάσσει κάποιο πρόγραμμα προσαρμογής, αλλά γιατί έτσι θα πάμε μπροστά, έτσι θα έχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και έτσι θα γίνει καλύτερη η ζωή των Ελλήνων. Και γιατί έτσι θα δυναμώσουμε το ρόλο και τη θέση μας στην Ευρώπη της επόμενης μέρας.

Δυστυχώς, από ιδεοληψία, τυχοδιωκτισμό ή και ανεπάρκεια, έχουν ήδη χαθεί μεγάλες ευκαιρίες. Την ώρα που όλη η Ευρώπη καταλάβαινε την ανάγκη χαλάρωσης της λιτότητας, η σημερινή Κυβέρνηση με την ανεύθυνη τακτική της όχι μόνο έβλαψε τη χώρα, αλλά έχασε την ευκαιρία βελτίωσης των δημοσιονομικών μας στόχων, εγκλωβίζοντας την Ελλάδα σε μακρά λιτότητα για πολλά ακόμα χρόνια. Παράλληλα, δεν αξιοποιήσαμε τη διεθνή ευνοϊκή συγκυρία των τελευταίων τριών ετών.

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει βγάλει την Ευρώπη από την παγίδα του μηδενικού πληθωρισμού, ανακουφίζοντας τις οικονομίες του Νότου. Το Ευρώ είχε σταματήσει να ανατιμάται δίνοντας ώθηση σε εξαγωγές. Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου έχουν πέσει. Αντί η χώρα μας να αδράξει αυτή την μοναδική ευκαιρία, έμεινε έξω από την ευρωπαϊκή ανάκαμψη πετυχαίνοντας αναπτυξιακές επιδόσεις πολύ μικρότερες από τους στόχους. Αλλά κυρίως πολύ μικρότερες από τις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα είναι σήμερα, λόγω των ανεύθυνων επιλογών της Κυβέρνησης, μεταρρυθμιστικά δυσκίνητη και αναπτυξιακά χωρίς προσανατολισμό. Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ ο χρόνος περνά αμείλικτα και οι ευκαιρίες χάνονται η μία μετά την άλλη. Αν δεν κινηθούμε γρήγορα και αποφασιστικά θα κινδυνεύσουμε και πάλι να βρεθούμε σε αδιέξοδο. Οι εξελίξεις δεν θα μας περιμένουν.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι τα οφέλη από τη συμμετοχή στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια να μπορούν να γίνουν αντιληπτά από όλους τους πολίτες. Αυτό αφορά όλες τις χώρες, καθώς η έξαρση του αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού απείλησε και εξακολουθεί να απειλεί την ίδια την ύπαρξη της Ένωσης. Και ακόμα περισσότερο την Ελλάδα, μια χώρα η οποία υπέφερε και ζημιώθηκε από το λαϊκισμό, τις υπεραπλουστεύσεις και τις πολιτικές απάτες ή αυταπάτες.

Η δική μας πολιτική – και πιστεύω και η συζήτηση στην Ευρώπη – πρέπει να έχει στο επίκεντρό της τους πολίτες που νιώθουν ξένοι και ξεχασμένοι από τα κέντρα λήψης αποφάσεων της Ε.Ε. Την μέση οικογένεια που ανησυχεί για το μέλλον της. Τους πολίτες που νιώθουν ότι απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση και την πρόοδο της τεχνολογίας. Όλους εκείνους που νοιώθουν το διαλυτικό συναίσθημα ότι αυτά που θεωρούσαν δεδομένα – στην οικονομία και στον τρόπο ζωής τους – δεν είναι καν αυτονόητα.

Πρέπει με απλά λόγια, η Ευρώπη να συνομιλήσει με μια τραυματισμένη κοινωνία και να την πείσει πως οι αλλαγές αφορούν εκείνη και όχι μια απόμακρη ελίτ στις Βρυξέλλες ή στις εθνικές πρωτεύουσες της Ευρώπης. Τώρα που και στη χώρα μας ο αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός ηττάται, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τη θέση της Ελλάδας σε μια Ευρώπη που αλλάζει. Και κυρίως, να κάνουμε αυτά που πρέπει.