Ἡ √ΝΕΚ σημαίνει τὸν θάνατο καὶ παρήγαγε σειρὰ σχετικῶν λέξεων, ὅπως εἶναι ὁ νεκρὸς (νέκυς), ἡ νεκὰς (σωρὸς πτωμάτων) καὶ ἀκόμη τὸ νέκταρ, ἱερὸ ποτὸ τῆς ἀθανασίας (ἡ κατάληξη ταρ σημαίνει τὴν νίκη). Ὁ Ὅμηρος χρησιμοποιεῖ ἀκριβῶς τὶς ἀντιθέσεις χαρίεν–ᾔσχυνε καὶ νεκτάρεος–μέλαινα γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀπομάκρυνση πιὰ τοῦ Ἀχιλλέα ἀπὸ τὴν θεία ζωή, ἀθανασία καὶ δόξα, τὴν ἀρχὴ τῆς καθόδου του στὸν ἅδη. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄλογά του, δῶρα τοῦ Δία ἀθάνατα καὶ ἀγέραστα, πικραίνονται στὴν θέα τοῦ ἄψυχου σώματος.

“Τὸν Πάτροκλο σὰν εἶδαν σκοτωμένο … / ἄρχισαν τ’ ἄλογα νὰ κλαῖνε τοῦ Ἀχιλλέως· ἡ φύσις των ἡ ἀθάνατη ἀγανακτοῦσε … / Τίναζαν τὰ κεφάλια των καὶ τὲς μακρυὲς χαῖτες κουνοῦσαν, / τὴν γῆ χτυποῦσαν μὲ τὰ πόδια, καὶ θρηνοῦσαν / τὸν Πάτροκλο ποὺ ἐνοιώθανε ἄψυχο — ἀφανισμένο — / μιὰ σάρκα τώρα ποταπὴ — τὸ πνεῦμα του χαμένο … / Τὰ δάκρυα εἶδε ὁ Ζεὺς τῶν ἀθανάτων / ἀλόγων καὶ λυπήθη. ‘Στοῦ Πηλέως τὸν γάμο’ / εἶπε ‘δὲν ἔπρεπ’ ἔτσι ἄσκεπτα νὰ κάμω· / καλύτερα νὰ μὴν σᾶς δίναμε ἄλογά μου / δυστυχισμένα! … Στὰ βάσανά των / σᾶς ἔμπλεξαν οἱ ἄνθρωποι.’ — Ὅμως τὰ δάκρυά των / γιὰ τοῦ θανάτου τὴν παντοτεινὴ / τὴν συμφορὰν ἐχύνανε τὰ δυὸ τὰ ζῶα τὰ εὐγενῆ”.[339]