ΣΤΟΝ ΗΣΙΟΔΟ καὶ τὴν διάκριση ἐποχῶν τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ σὲ διάκριση ἀνθρωπίνων γενεῶν στὸν βαθμὸ τῆς ἀπομάκρυνσής τους ἀπὸ τὴν θεία ζωή, ἀνάγεται ἴσως ἡ πρώτη ρητὴ στὴν ἑλληνικὴ σκέψη ἀναγνώριση ἀρχαίας πτώσης τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα συμβολίζοντας ὁρίζοντες τῆς ὕπαρξης, δηλαδὴ ἀνοιχτὴ στὴν μεταστροφή της. Ὁ Πλάτων ἐξηγεῖ ὅτι “δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ χαθεῖ τὸ κακό … ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἔχει τὴν διαμονή του ἀνάμεσα στοὺς Θεούς. Ἀναγκαῖα λοιπὸν περιπλανιέται στὴν θνητὴ φύση καὶ σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο”.[324]

“Δὲν εἶναι μόνο στὴν Βίβλο ποὺ ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει μὲ ἕνα χαμένο παράδεισο καὶ τελειώνει μὲ ἕνα παράδεισο ξανακερδισμένο. Ὁλόκληρη ἡ ἀρχαία σκέψη κυνηγιέται ἀπὸ τὴν θλίψη γιὰ μιὰ χρυσὴ ἐποχὴ στὸ ἀπώτερο παρελθὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ Χρόνου κάποια μέρα θὰ ἐπανέλθει. Στὴν παλαιότερη φιλοσοφία ὑπετίθετο χωρὶς ἀμφιβολία ὅτι ὁ κόσμος εἶχε μιὰ γέννηση μέσα στὸν χρόνο, καὶ θὰ χαθεῖ γιὰ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ κάποιον ἄλλο. Δὲν ὑπάρχει τίποτε πουθενὰ στὰ φαινόμενα τῆς Φύσεως ποὺ νὰ ὑπαγορεύει μιὰ τόσο τολμηρὴ θεωρία”.[325]

Τὴν αἰτία τῆς ὑπαρξιακῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου καταλαβαίνει μέσα στὴν δυνατότητα μετάνοιας ἤδη ὁ Ὅμηρος ἀσυγκρίτως περισσότερο ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο, ὅταν ὁ Ὀδυσσέας ἐξομολογεῖται πὼς ἡ προσωπική του ἁμαρτία ὀφείλεται στὴν πεποίθησή του στὸν πατέρα του καὶ τὰ ἀδέλφια του ἀντὶ γιὰ τὸν Θεό.[326] Ἡ ἁμαρτία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας σημαίνει τὴν ὕβρι ὡς ἵδρυση ὁποιασδήποτε δικαιοσύνης, μὲ τὴν αὐθεντικὴ δικαιοσύνη νὰ εἶναι θεία καὶ ἀκατάληπτη, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ γίνεται ἄδικος μόνο ἂν “παίρνει καὶ ἔχει ἥσυχα (σιγῇ) τὰ δῶρα τῶν θεῶν, ὁτιδήποτε κι ἂν δίνουν”.[327]