Τὶς θεῖες δυνάμεις ἢ Ἰδέες μεταδίδει ὁ ἔρωτας γιὰ νὰ μεταδοθεῖ ὁ ἴδιος: προχωρῶντας καταλαβαίνει κανεὶς τὴν ἐρωτικὴ ὁδὸ νὰ μεταμορφώνεται παρακλητικὰ στὶς δυνάμεις ποὺ περιέχει, ἐπιστρέφοντας τὸν ἄνθρωπο στὸν ἑαυτό της ποὺ εἶναι καὶ ὁ πιὸ δικός του ἑαυτός.[559] Τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Δία δὲν σημαίνει βία, ἀλλὰ τὸν Θεὸ ὡς ἀρχὴ μέσα σὲ κοινὴ φύση, ἀρχὴ ἀγάπης παρὰ ἐξουσίας, ὅπως καταλάβαινε καὶ ὁ Ἀριστοτέλης:
“Ἡ ἐξουσία πάνω στὰ παιδιὰ εἶναι βασιλική: ὁ γεννήτορας ἄρχει ἐπειδὴ ἀγάπησε καὶ ἐπειδὴ προηγήθηκε, αὐτό εἶναι τὸ εἶδος τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς. Γι’ αὐτὸ σωστὰ ὁ Ὅμηρος ἀποκάλεσε τὸν Δία Πατέρα ἀνθρώπων ἐπίσης καὶ θεῶν, τὸν βασιλέα ὅλων. Γιατὶ στὴν φύση του [στὸ ἀξίωμά του] πρέπει νὰ διαφέρει ὁ βασιλέας, ἀλλὰ στὸ γένος [στὴν οὐσία του] νὰ εἶναι ἴδιος, τὸ ὁποῖο ἀκριβῶς ἰσχύει γιὰ τὸ γηραιότερο πρὸς τὸ νεώτερο καὶ γιὰ τὸν γεννήτορα πρὸς τὸ παιδί του”.[560]
“Ἀνεπαισθήτως φθάνουν στὴν Ἀρχή, καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλους τὰ Παιδιὰ τοὺς προϋπαντοῦν”,[561] ἐξηγεῖ ὁ Χαίλντερλιν γιὰ ὅσους φωτίζονται καὶ ἀναγνωρίζουν “τοὺς συμπολῖτες καὶ τὸ γένος τους, τοὺς πρωτότοκους, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀπογραφεῖ στοὺς οὐρανούς”.[562]
“Συμβαίνει αὐτό, μοῦ εἶπε, νὰ εἶναι παντοτινὸς ὁ ἔρωτας ποιῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ ἐπιδιώκουν, γιὰ ποιά πράξη τους τὴν σπουδὴ καὶ τὴν κοινή τους ὁρμὴ θὰ τὴν λέγαμε ἔρωτα; … Εἶναι ἡ γέννηση στὴν Ὀμορφιά … καὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι Θεῖο … Ὅποιος βλέπει τὴν Ὀμορφιὰ μὲ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς, θὰ κυοφορήσει ὄχι εἴδωλα ἀρετῆς, ἐπειδὴ δὲν ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ κάποιο εἴδωλο, ἀλλὰ τὴν ἀληθινὴ ἀρετή, γιατὶ ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἀληθινό. Κι ἔχοντας γεννήσει καὶ θρέψει τὴν ἀληθινὴ ἀρετή, θὰ γίνει φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀθάνατος ὁ ἴδιος, ἂν πράγματι ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἀθάνατος. Μήπως σοῦ φαίνεται ἄσχημη μιὰ τέτοια ζωή;”[563]
Στὴν θεία ἀγωγὴ καὶ τελειοποίηση ποὺ διενεργοῦσαν χαριζόμενες στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑψωνόμενες ἀντιστρόφως, οἱ Ἰδέες δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ καταντήσουν διανοητικὴ ἀφαίρεση, “κι αὐτοὶ ποὺ χαμογελαστοὶ ἔσκαψαν τὸν ἀγρό μας, / μὲ τὴν μορφὴ τοῦ δούλου, τώρα ἀναγνωρίζονται, οἱ ὁλοζώντανες τῶν θεῶν οἱ δυνάμεις”[564] — μέσα σὲ κίνηση, προσθήκη ἐμπειρίας, ἔμπρακτη ἀναγωγή, παράκληση καὶ δοκιμασία, τὸ τέλος τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσε τὸν βίο στὸ τέλος τῆς σύγκρισης, ὅπου κάθε διαφορὰ ὑποχωρεῖ: “ὁ φιλόσοφος, ὁ ὁποῖος εἶναι κοντὰ στὴν παρουσία τοῦ παντοτινοῦ ὄντος μέσα στὴν νόησή του, καθόλου εὔκολα δὲν εἶναι ὁρατός· γιατὶ ἡ χώρα ἐκείνη εἶναι λαμπερή. Γιατὶ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τῶν πολλῶν εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀντέξουν τὴν ὅραση τοῦ Θεοῦ”.[565] Στὸ ἀπόλυτο θάρρος, τὸ ὁποῖο οἱ Πατέρες ἀποκαλοῦν ἐγρήγορση καὶ παρρησία, γεννιέται ἡ μακαριότητα τῆς φιλοσοφίας, ὅπως ἐξηγοῦσε ὁ Ἐμπεδοκλῆς — στὴν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ καταλαβαίνοντας πλήρη καὶ πραγματικὴ τὴν ἀπόλαυση τοῦ βίου: “μακάριος εἶναι ὅποιος ἀπέκτησε τὸν πλοῦτο τῆς θείας σοφίας, καὶ δειλὸς ὅποιου ἡ γνώση γιὰ τοὺς θεοὺς εἶναι μέσα στὸ σκοτάδι”.[566]
Σελ. 12345678