ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7
ΔΕ ΣΟΥ ΔΙΝΩ ΜΗΤΕ ΕΝΑ ΨΙΧΑΛΟ

1. Ἀλλὰ ἐκαλοκοίταξα ἐκεῖνον τὸν ὕπνο καὶ ἐκατάλαβα ποὺ ἤθελε βαστάξει λίγο, γιὰ νὰ δώσει τόπο τοῦ ἀλλουνοῦ ποὖναι χωρὶς ὀνείρατα.

2. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ μέσα δὲν ἤτανε οὔτε φίλος οὔτε δικός, οὔτε γιατρὸς οὔτε πνεματικός, ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος ἔσκυψα καὶ μὲ τὰ καλὰ τῆς ἔλεγα νὰ ξαγορευθεῖ.

3. Καὶ αὐτὴ ἐμισάνοιξε τὸ στόμα της καὶ ἔδειξε τὰ δόντια της ἀκλουθώντας νὰ κοιμᾶται.

4. Καὶ ἰδοὺ ἡ πρώτη φωνὴ ἡ ἀγνώριστη ποὺ μοὖπε στὸ δεξὶ αὐτί: Ἡ δύστυχη θρέφει πάντα στὸ νοῦ της φοῦρκες, φυλακὲς καὶ Τούρκους ποὺ νικᾶνε καὶ Γραικοὺς ποὺ σφάζονται.