Γνωρίζουμε ότι ο τίτλος δεν δόθηκε από τον ποιητή αλλά από τον Καιροφύλα το 1927, στην πρώτη έκδοση του κειμένου, που έγινε με αμέθοδο ερασιτεχνισμό. Επικράτησε, όμως, και έτσι μονιμοποιήθηκε στη συνείδηση των αναγνωστών έως σήμερα. Oρισμένοι νεότεροι εκδότες (Σαββίδης, Τσαντσάνογλου) προσθέτουν στον τίτλο και την καταγραφή του ποιητή στα αυτόγραφα «Οραμα του Διονύσιου Ιερομόναχου, εγκάτοικου εις ξωκλήσι Ζακύνθου».

Γραμματολογικά το κείμενο έχει χαρακτηριστεί ως πεζογράφημα, αφήγημα, ιδιόρρυθμο πεζό με ποιητικά στοιχεία, poème en prose, δραματική σάτιρα, πρωτοποριακή μορφή πεζού αφηγηματικού λόγου και τα παρόμοια. Το βέβαιο είναι ότι, έως σήμερα, κανείς χαρακτηρισμός δεν επικράτησε ευρέως και το κείμενο εξακολουθεί να παραμένει γραμματολογικά αιωρούμενο και υφολογικά αινιγματικό. Αλλωστε, η ίδια η μορφή του κειμένου είναι ασταθής και η πλοκή του χασματική. O ποιητής δεν το ολοκλήρωσε ποτέ (άρα θεωρείται ημιτελές) και σώζεται σε μία, δύο ή τρεις εκδοχές ανάλογα με τη θεώρηση του κάθε εκδότη.

Τόπος της αφήγησης είναι η Ζάκυνθος και χρόνος το 1826 (όταν οι Τούρκοι πολιορκούν το Μεσολόγγι). O αφηγητής, η persona του συγγραφικού υποκειμένου, είναι ιερομόναχος, άνθρωπος απλός και θεοσεβούμενος, που παρακολουθεί άναυδος όσα συμβαίνουν γύρω του και βλέπει διδακτικά οράματα. O τόνος της φωνής του είναι βιβλικός (θυμίζει τον λόγο της Aποκάλυψης) και η αφήγησή του συχνά αλληγορική. Το έργο συντίθεται από δύο διαπλεκόμενα θέματα: τη σκληρή και ανήθικη συμπεριφορά της Γυναίκας και τη δύσκολη ζωή των γυναικών του Μεσολογγιού που βιώνουν την προσφυγιά και τη ζητιανιά στο νησί που κατέφυγαν για να γλιτώσουν από τους Τούρκους.

O Ιερομόναχος Διονύσιος περιγράφει με απροκάλυπτη απέχθεια τον χαρακτήρα της Γυναίκας της Ζάκυθος και στιγματίζει τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τις Μεσολογγίτισσες. Μιλά για τη μοχθηρή ψυχή της και για το αβυσσαλέο μίσος της απέναντι στην Επανάσταση. Ταυτόχρονα οραματίζεται και τη μελλοντική τιμωρία της. Στη δεύτερη επεξεργασία ο Σολωμός σχεδίαζε ανάμεσα στα άλλα να αναπτύξει και το θέμα της αναστάτωσης που έφεραν στον λαό της Ζακύνθου τα νέα για την πορεία της Επανάστασης.

Στην τρίτη επεξεργασία σχεδίαζε να ανατρέψει τελείως την υπόθεση με την εμφάνιση του Διαβόλου, του οποίου όργανο είναι η μισητή Γυναίκα, και να διευρύνει την προοπτική, έτσι ώστε η αφήγηση να εστιάζει σε μια γενικότερη σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και το κακό. Aυτά και άλλα σχεδιάσματα δεν κατέληξαν ποτέ σε μια, έστω πρωτογενή, μορφή μετουσίωσης, αλλά έμειναν αιωρούμενα ανάμεσα στις ιταλικές σημειώσεις και σε λίγους ξεμοναχιασμένους ελληνικούς στίχους.

Δημήτρης Δημηρούλης, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἔκδοση, Διονύσιος Σολωμός – ἔργα, ποιήματα καὶ πεζά

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1
«Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΙΚΡΑΙΝΕΤΑΙ»

1. Ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος, ἐγκάτοικος στὸ ξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Λύπιου, γιὰ νὰ περιγράψω ὅ,τι στοχάζουμαι λέγω:

2. Ὅ,τι ἐγύριζα ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἅγιου Διονυσίου, ὁποὺ εἶχα πάει γιὰ νὰ μιλήσω μὲ ἕναν καλόγερο, γιὰ κάτι ὑπόθεσες ψυχικές.

3. Καὶ ἤτανε καλοκαίρι, καὶ ἦταν ἡ ὥρα ὁποὺ θολώνουνε τὰ νερά, καὶ εἶχα φθάσει στὰ Τρία Πηγάδια, καὶ ἦταν ἐκεῖ τριγύρου ἡ γῆ ὅλο νερά, γιατὶ πᾶνε οἱ γυναῖκες καὶ συχνοβγάνουνε.

4. Ἐσταμάτησα σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Τρία Πηγάδια, καὶ ἀπιθώνοντας τὰ χέρια μου στὸ φιλιατρὸ τοῦ πηγαδιοῦ ἔσκυψα νὰ ἰδῶ ἂν ἤτουν πολὺ νερό.

5. Καὶ τὸ εἶδα ὡς τὴ μέση γιομάτο καὶ εἶπα: Δόξα σοι ὁ Θεός.

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)