Καντηλάκι

Τὸ μικρό μου τὸ χεράκι
ἄναψε τὸ καντηλάκι·
πιάνω νὰ γδυθῶ.

Φέγγε, καντηλάκι, τώρα,
νὰ μὲ βλέπει ἡ Παναγίτσα,
γιὰ νὰ κοιμηθῶ.