– Ἄ! κακὸ νὰ μὴν ἔχῃς! ἔκραξεν ἡ Φωλιῶ. Ἐσὺ ῾σαι, ἀρὲ Σταμάτη;

Δὲν εἶχε νυκτώσει ἀκόμη καλά, κ᾿ αἱ γυναῖκες εἶδαν τὰ χαρακτηριστικά του, ἀφοῦ πρώτον εἶχαν γνωρίσει τὴν φωνήν του. Ἦτον ὁ Σταμάτης τὸ Τρυγονάκι, μάγκας ὀρφανὸς παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, ὅστις ἔζη ἐκτελὼν θελήματα ἀνὰ τὴν πόλιν. Ὅταν ὅμως ἦτο πουθενὰ ἐξοχικὸν πανηγύρι, ἄφηνεν ὅλες τὶς δουλειές του, κ᾿ ἔτρεχε πρῶτος μεταξὺ ὅλων τῶν πανηγυριστῶν.

– Νά, ἀπ᾿ τὸν Ἀσέληνο ἔρχομαι, εἶπεν ὁ νέος… φορτωμένος πράμματα, θάμματα… κυττάξετε!

Ἔθεσε τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐντὸς τοῦ τυλιγμένου πανίου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔλαβεν ἕνα μαῦρον πρᾶγμα, καί, θέλων νὰ παίξη, τὸ ἔρριψεν εἰς τὴν ποδιὰν τῆς Μολώτας, ἥτις ἐκάθητο ἀκόμη ἐπὶ τῆς πέτρας.

– Ἅ! φωτιὰ ποὺ σ᾿ ἔ!… ἔκαμεν αὕτη, ἀναπηδήσασα ὀρθή, καὶ τινάζουσα τὴν ποδιάν της.

Τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε ρίψει ὁ Σταμάτης, ἦτο τεράστιος ζωντανὸς κάβουρας. Ὁ νέος εἶχε κατέλθη πρὸ δυὸ ὡρῶν εἰς τὸν Μικρὸν Ἀσέληνον. Οὕτως ὠνομάζετο ὁ δυτικὸς αἰγιαλός, μικρὰ ἀγκάλη, ἀντικρύζουσα τὸ Πήλιον. Ἐκεῖ εἶχε γεμίσει τὸ προσόψιον, τὸ ὁποῖον εἶχε περιζωσμένον εἰς τὴν μέσην του, ἀπὸ κοχύλια, πεταλίδες καὶ καβούρια.

– Ἀρέ, ζουρλάθηκες; εἶπεν αὐστηρῶς ἡ Ἀφέντρα. Νὰ κάμῃς τὴν οἰκοκυρὰ νὰ κόψῃ τὸ αἷμα της!

Ὁ Σταμάτης καὶ πάλιν ἐκάγχασε.

– Νὰ μὲ συμπαθᾷς, θεία Μολώτα, εἶπε. Σὰ χωριάτης ποὖμαι, ἔσφαλα. Θέλησα νὰ σοῦ χαρίσω αὐτὸ τὸ καβούρι, γιὰ νὰ κάμῃς μεζὲ ἀπόψε, καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ σοῦ τὤρριξα στὴν ποδιά σου, σ᾿ ἐτρόμαξα.

– Δὲν τλώου καβούλγια, εἶπεν ἡ Μολώτα. Θὰ μεταλάβου!

– Ἀλήθεια; Τότε, τὸ χαρίζω τῆς Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θὰ φάω; εἶπεν ἡ Φωλιώ.

– Τότε, ἂς τὸ παρ᾿ ἡ Σταματρίζενα, εἶπεν ὁ Σταμάτης.

– Νὰ καβουρώσῃς καὶ κάβουρας νὰ γένῃς! ἀπήντησεν ἡ Ἀφέντρα.

– Μωρέ, εὐχὴ ποὺ μοῦ δίνεις! εἶπεν ὁ Σταμάτης. Ἀκοῦς! νὰ ἤμουν κάβουρας! Πῶς θὰ περπατοῦσα τάχα;

– Καὶ ἅμα εἶπεν, ἔκυψε καὶ ἄρχισε νὰ κάμνῃ λοξὰ πατήματα, μεταξὺ τῶν τριῶν γυναικῶν. Μὲ τὴν κεφαλήν του ἐκτύπησε τὸ πλευρὸν τῆς Μολώτας, μὲ τὴν πλάτην του ἔπληξε τὸν ἀγκῶνα τῆς Φωλιῶς, καὶ μὲ τὴν πτέρναν του ἐπάτησε τὴν γόβα τῆς Ἀφέντρας.

Αἱ τρεῖς γυναῖκες, μισοθυμωμέναι, ἐγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δὲν εἶσαι καλά! εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.

Καὶ σηκώσασα μὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ κανάτι της, ἐκολάφισεν ἐλαφρὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ Σταμάτη, ὅστις ἐφάνη νὰ ἐγοητεύθῃ.

– Ὢ! τί δροσιά, μωρὲ Σταματρίζενα! εἶπε. Δῶσε μου ἄλλη μιά!

– Πᾶμε! νυχτώσαμε, ἔκαμεν εἰς ἀπάντησιν ἡ Ἀφέντρα.

Καὶ πάραυτα ἐξεκίνησαν. Τότε ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἔδραξε, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, τὴν μεγάλην στάμναν, τὴν ὁποία ἄλλως θὰ ἐφορτώνετο ἡ Ἀφέντρα, ἐφιλοτιμήθη νὰ τρέξῃ πρῶτος, ὡς ἐμπροσθοφυλακή. Εἰς τὸν δρόμον ἄρχισε νὰ διηγῆται.

– Νὰ ξέρατε ποιὸν ηὕρα, τώρα, στὸ δρόμο π᾿ ἀνέβαινα… πρὶν σᾶς ἐνταμώσω στὴ βρύσι.

– Ποιὸν ηὖρες, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα. Τὸν Μπαμπάο, ἢ τὸν Ἀράπη, ἢ τὸν Ἐξαποδῶ;

– Ηὗρα τὸν Ἀλιβάνιστο!

– Ἀλήθεια; γιὰ ῾πές μας.

Ἅμα ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦτο ἡ θεία Μολώτα, ἔκαμεν ἀκούσιον κίνημα, καὶ μὲ δυὸ βήματα ἤλλαξε θέσιν εἰς τὸν δρόμον, κ᾿ ἐτάχθη ἐξ᾿ ἀριστερῶν τοῦ Σταμάτη, διὰ ν᾿ ἀκούῃ καλλίτερα, ἐπειδὴ ἦτο κωφὴ ἀπὸ τὸ ἓν οὖς. Ὁ νέος διηγήθη ὅτι εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βουνοῦ, ὄχι μακρὰν τῆς ἀκτῆς, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν κατοικίαν τοῦ ἀλλοκότου ἐκείνου ἀνθρώπου, ὅστις ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν δὲν εἶχε κατέλθη εἰς τὴν πόλιν, κ᾿ ἐμόναζεν εἰς μίαν καλύβην, ἢ μᾶλλον σπηλιάν, τῆς ὁποίας τὸ στόμιον εἶχε κτίσει μὲ τὰς χεῖρας του. Ἔβοσκεν ὀλίγας αἶγας, καὶ δὲν συνανεστρέφετο κανένα ἄνθρωπον, παρὰ μόνον τὸν Μπαρέκον, τὸν μέγαν αἰγοτρόφον τοῦ βουνοῦ, ὅστις εἶχε κοπάδι ἀπὸ χίλια γίδια. Εἰς αὐτὸν ἔδιδε τὸ ὀλίγον γάλα του, λαμβάνων ὡς ἀντάλλαγμα ὀλίγα παξιμάδια, παστὰ ὀψάρια, καὶ πότε κανὲν τρίχινον φόρεμα ἢ μάλλινον σκέπασμα.