Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπί τινα ὥραν, ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα, ἡ θειὰ Μολώτα, κ᾿ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας, κ᾿ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας, τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ Δασκαλειό. Αἱ τελευταίαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόμη τὰς δυὸ ράχεις, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Κάτω, εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν, βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Κορμοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχημάτιζον ἀνήλια συμπλέγματα, ὅπου μεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισμοὶ ἐρώτων. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνομίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωμένον, ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι᾿ αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων μαλακῶν, πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωμάλου ἐδάφους. Ἡ ψυχὴ κ᾿ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Δασκαλειοῦ.

Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γοῦρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας, καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμιγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων. Ἡ θεία Μολώτα, ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν, ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγμὸν ἀναψυχῆς, ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. Αἱ δυὸ ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν, παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου, τὶς στάμνες καὶ τὰ κανάτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μαζύ των, διὰ νὰ τὰ γεμίσουν. Εἶτα, ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν, ἐκάθισαν ἡ μία παραπλεύρως τῆς γραίας, ἡ ἄλλη κατέναντι, κι᾿ ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν.

– Πῶς ἀλγεῖ ῾παπᾶς; εἶπεν ἡ Θεία Μολώτα.

Ἡ γραῖα ἦτο ἰδιόρρυθμος εἰς τὴν γλῶσσαν της. Ἐτραύλιζε καὶ ἀπέκοπτεν ὄχι μόνον συλλαβάς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄρθρα καὶ ἄλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θὰ ῾πῶ! προσέθηκεν ἡ Φωλιώ.

– Τά, τί λογᾶτε; ἐπέφερεν ἡ Ἀφέντρα.

Εὐρίσκοντο κ᾿ αἱ τρεῖς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννη, στὸν Ἀσέληνο. Ἦτον ἔρημον παλαιὸν μοναστηράκι. Εἶχε γνωσθῆ ὅτι ὁ παπα-Γαρόφαλος ὁ Σωσμένος, εἷς ἐκ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως, θὰ ἤρχετο εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, στὸν Ἀσέληνον, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τοὺς αἰγοβοσκοὺς τῶν ἀγρίων ἐκείνων μερῶν. Αἱ τρεῖς αὐταί, καὶ τινὰ ἄλλα πρόσωπα ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀγαπῶντα τὴν ἐξοχήν, εἶχον ἔλθη, χάριν τοῦ Πάσχα, πρὶν νὰ ξεκινήσῃ ὁ παπάς. Ἀλλ᾿ ὅμως ἐνύκτωνεν ἤδη, καὶ ὁ παπα-Γαρόφαλος δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη.

– Εἶνε ἀργοστόλιστος, θὰ ῾πω, ἐπέφερεν ἡ Φωλιῶ ἡ Πέρδικα.

– Ναί, εἶδες πῶς ἀργεῖ νὰ ῾ντυθῇ; ὑπέλαβεν ἑρμηνεύουσα κατὰ γράμμα τὸν λόγον ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας. Καὶ καμμιὰ φορὰ βάζει καὶ στραβὰ τὴν «ἀλλαή» του.

Ὠνόμαζεν οὕτω τὸ φελόνιον. Αἱ τρεῖς γυναῖκες εἶχον ἔλθη ἀπὸ τὸν Ἅϊ-Γιάννην, ἀπέχοντα ὡς τετάρτου τῆς ὥρας δρόμον, διὰ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ στὸ Δασκαλειό, ἐπειδὴ ἡ μικρὰ βρύσις τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, κάτω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, εἶχε χαλάσει, καὶ σχεδὸν εἶχε χαθῆ τὸ νερόν. Ἔμελλον δὲ νὰ ἐπιστρέψουν ἀμέσως εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην. Ἀλλά, μὲ τὴν ὁμιλίαν, ἀργοποροῦσαν.

Τέλος, αἱ δυὸ ἐσηκώθησαν, ἔκυψαν διὰ νὰ φορτωθοῦν τ᾿ ἀγγεῖα, καὶ ἦσαν ἕτοιμαι πρὸς ἀναχώρησιν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ζωηρὰ φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κάτω μέρος, ἀνάμεσ᾿ ἀπὸ τὰ δένδρα.

– Σ᾿ ἔσκιαξα, θεία Μολώτα! εἶπεν ἡ φωνή.

Εἶτα καγχασμὸς ἤχησε, κ᾿ εὐθὺς ἐπαρουσιάσθη εἷς νέος ὑψηλός, ἀμύστακος, ὡς δεκαὲξ ἐτῶν, κρατῶν κάτω τοῦ στέρνου του κάτι ὡς διπλωμένον καὶ τυλιγμένον πρᾶγμα.

Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)

Αρχική σελίδα