Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἐπεθύμει ν᾿ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα. Ἐφορτώθη τὰ δυὸ σταμνιὰ κι ἐξεκίνησε διὰ τὴν πηγὴν τοῦ Χαιρημονᾶ, ἥτις ἀπεῖχε περὶ τὰ δυὸ μίλια, καὶ ἥτις ἔτρεχε τόσον φειδωλή, ὡς τὸ δάκρυ τῶν ἐξηντλημένων ὀφθαλμῶν. Ἐχρειάζετο σωστὴν μίαν ὥραν διὰ νὰ ὑπάγῃ, νὰ γεμίσῃ τὰ σταμνιὰ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ.

Εὐθὺς ὡς ἀνεχώρησεν οὗτος, ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ἔβγαλεν εἰς τὸ φανερὸν τὰς δυὸ πλήρεις στάμνας, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἱερεὺς δὲν ἐνόει, ἐξηγήθη καὶ εἶπεν:

– Εἶχα νερό, μὰ ἤθελε νὰ τόνε παιδέψω τὸν ἀφιλότιμο… Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ μοῦ κάμῃ γρουσουζιά, χρονιάρα μέρα, νὰ μοῦ κόψῃ μεζέδες ἀπὸ τὸ σφαχτὸ ἐνῶ τὸ ἕψηνα καὶ νὰ μὴν πάρω κάβο…