«Ἐγὼ τὸ ηὗρα παππούδικό μου», ἔλεγε. «Δὲν ρωτᾶς καὶ τὸν Γιάννη τῆς Ψαροδήμαινας, ποὺ εἴμαστε γειτόνοι ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια;»

«Τὰ σύνορα εἶναι μὲς στὴ μέση, ἀνάμεσα στὸν δεύτερο καὶ στὸν τρίτο βράχο, ἐκεῖ ποὺ βαθουλαίνει ὁ τόπος», διετείνετο ὁ ἄλλος χωρικός. «Φαίνεται ἀκόμη ποὺ ἦτον, τὸν παλαιὸν καιρό, ἀποσκαφή…»

«Κοδζὰμ βράχος», ἀντέκρουσεν ὁ πρῶτος, «κι ἐγὼ θὰ πάω νὰ γυρέψω νὰ βρῶ τὴν ἀποσκαφή, γιὰ νὰ τὴν κάμω σύνορό μου;»

Ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἤρχισε νὰ γυρίζῃ ἀμελέστερον τὴν σούβλαν μὲ τὸ σφακτόν, καὶ ἡ προσοχή του ὅλη ἀπερροφήθη ὑπὸ τῶν δυὸ χωρικῶν καὶ τῆς λογομαχίας των.