– Δὲν τὸν ἄκουσα… Ἴσως νὰ ἔκλεψα ἕναν ὕπνο ἴσα μ᾿ ἕνα Πιστεύω.

– Περιμένω τοὺς βοσκούς· ὅπου εἶναι ἔφθασαν, εἶπεν ὁ Ἅϊ-Χαραλαμπίτης ἱερεύς. Ἅμα ἔλθουν, ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑποχρεώσω ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς νὰ σὲ συντροφέψει γι᾿ ἀπάνου…

– Εὐλόγησον, εἶπεν ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, ὅστις δὲν τὸ ἐπεθύμει διακαῶς μέσα του.

– Ὥσπου νὰ ἔλθουν, ἐπανέλαβεν ὁ πάπα-Ἀζαρίας, ἐπειδὴ συνηθίζω νὰ διαβάζω τὰς Πράξεις ἀποβραδίς, κατὰ τὸ παλαιὸν Τυπικόν, νὰ πάρουμε ἕναν καφέ, καὶ νὰ μὲ συντροφέψεις, ἂν ἀγαπᾷς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ μὲ βοηθήσεις νὰ διαβάσουμε μαζὶ τὰς Πράξεις.