Ὁ παπα-Ἀζαρίας ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν, ἀλλ᾿ ἡ ὄψις του δὲν ἐξέφραζε πνευματικόν τι. Ἴσως ἔλεγε μέσα του: «Τί ἤθελα, τί γύρευα ἐγὼ νὰ τοῦ πῶ τέτοια πράγματα νὰ τὸν δειλιάσω… Αὐτὸς εἶναι ἕτοιμος… Ἀφορμὴ ἐγύρευε νὰ μείνῃ μὲς στὴ μέση… καὶ νὰ κάμῃ Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο».

Εἶτα εἶπε μεγαλοφώνως:

«Τί νὰ σοῦ πῶ κι ἐγώ; Ἐσεῖς πᾶτε καὶ δίνετε ὑπόσχεση, κι ὕστερα δὲν ξέρετε νὰ σηκωθεῖτε μὲ τὴν ὥρα σᾶς τουλάχιστον, νὰ πᾶτε ῾κεῖ ὅπου ἔχετε δώσει λόγο… κι ὁ ἄλλος ἂς καρτερῇ… Ἕνα πράμα ποὺ σοῦ εἶναι κοπιαστικὸ καὶ δύσκολο ἀπ᾿ ἀρχῆς, πρέπει νὰ τὸ συλλογίζεσαι, νὰ τὸ μετρᾶς καλά, νὰ μὴ δίνεις τὸ λόγο σου… Τί δουλειὰ εἶχες ἐσύ, νοικοκύρης ἄνθρωπος, νὰ τρέχεις στὰ κατσάβραχα, ἀπάνω στὸν Ἅϊ-Γιάννη, γιὰ νὰ κάμεις Πάσχα; Δὲν ἤξερες νὰ ῾ρθεῖς στὸν Ἅϊ-Χαράλαμπο; Τί νὰ σοῦ κάμω ἐγώ; Ἐδῶ θελὰ χρησιμέψεις… θελὰ ψάλλουμε μαζὶ τὴν Ἀνάσταση, θελὰ λειτουργηθεῖς μία χαρά, καὶ ἡ μυζήθρα καὶ τὸ χλωρὸ τυρὶ δὲν ἤθελε μᾶς λείψῃ… Ἔχω κι ἐκεῖνον τὸν ἀχαΐρευτο τὸν ὑποτακτικό μου τὸν Γαβριήλ, ὅπου δὲ φελὰ τίποτε… ἔχω καὶ τὴ γριὰ τὴν Εὐπραξία ἕνα σωρὸ κόκαλα, νά ῾χουμε τὴν εὐκή της… τρεῖς κοῦκοι! Μὰ οἱ βοσκοί, ἂς εἶναι καλά, τὲς καλὲς μέρες ἔρχονται, μᾶς κάνουν γενιά… μόνον ἐφέτος ποὺ μᾶς πῆρε τοὺς πιότερους ὁ πάπα-Διανέλλος, πίσω στὸν Ἅϊ-Γιάννη, ἀλλὰ μένουν κάτι λιγοστοί…»