Ἔ­χου­με τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη ὅ­πως θη­σαυ­ρὸ προ­σω­πι­κῶν ἀ­να­μνή­σε­ων, βι­βλίο ἐ­νερ­γὸ ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν πα­ρα­μέ­νει κλει­στό, ἐ­φό­σον πε­ρι­θάλ­πει τὴν συ­νεί­δη­σή μας ἔ­στω μό­νο διὰ τῆς ἐπιγνώσεως ὅτι ἐ­κεῖ σώ­ζε­ται δι­αρ­κῶς κά­τι τό­σο δι­κό Του, ὅσο τὰ λό­για Του, οἱ Μα­θη­τές Του, συ­ναι­σθή­μα­τα, σκέ­ψεις καὶ ἐ­πι­θυ­μί­ες Του. Δι­α­βά­ζον­τας δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με ἀ­φη­γή­σεις ὡς μα­κρι­νοὶ θε­α­τές, ἀλ­λὰ πλη­σι­ά­ζου­με κον­τά Του — στὸν πιὸ δι­κό μας ἑ­αυ­τό, στὴν σχέ­ση ποὺ μᾶς ὁ­ρί­ζει μέ­σα σὲ καὶ πέ­ρα ἀπὸ κά­θε ἄλ­λη σχέ­ση.