Σκε­πτό­με­νοι τὴν ση­μα­σία τῆς ‘προ­σθή­κης’, ἔ­στω καὶ συγκαταβαί­νον­τας ὅτι πράγματι συ­νέ­βη προ­σθή­κη, ἔ­χου­με τὴν δυ­να­τό­τη­τα καὶ νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὸ κεί­με­νο ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν οἱ Ἐκ­κλη­σί­ες προ­τεί­νοντας ἀ­φαί­ρε­ση τοῦ ἐ­πιρ­ρή­μα­τος, ὄχι κυ­ρί­ως μὲ φι­λο­λο­γι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὰ κρι­τή­ρια, ὥ­στε ἐν και­ρῷ, συ­νε­κτι­μῶν­τας καὶ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ κρι­τή­ρια καὶ τὴν χρή­ση τοῦ κει­μέ­νου ἀπὸ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σχέ­ση, ἡ κοι­νή μας ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ συ­νεί­δη­ση ὁδηγηθεῖ ἴ­σως στὴν ἐγκα­τά­λειψη τοῦ ἐ­πιρ­ρή­μα­τος.

Πρὸς τὸ παρόν, ἡ Καινὴ Διαθήκη τῶν Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν δὲν ἐξοβελίζει τὴν ὀργὴ πλήρως ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο βίο, ἐξοβελίζει μόνο τὸ παράλογο, κρατῶντας τὴν ὀργὴ ὡς ἔλλογη ὁρμή, ἰσχὺ μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀποστρέφεται τὸν σκοτεινό του ἑαυτό. Ἡ προτεινόμενη ἀπὸ τὴν ‘κριτικὴ’ ἔκδοση ἀφαίρεση ὁδηγεῖ στὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ὀργίζεται ποτὲ γιὰ κανένα λόγο.

Εὔ­κο­λα κα­τα­λα­βαί­νου­με πό­σο ἀ­ταί­ρι­α­στο εἶ­ναι αὐ­τὸ ὄχι μό­νο γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἴ­διο τὸν Θεό, ποὺ μπῆ­κε στὴ συ­να­γω­γὴ καὶ πέ­τα­ξε ὅλα τὰ τρα­πέ­ζια καὶ τὰ εἴ­δω­λα ἐδῶ κι ἐ­κεῖ, ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Σά­λιν­τζερ στὸ δι­ή­γη­μα Φρά­νυ καὶ Ζούι, θυ­μί­ζον­τας ὅτι ὁ Χρι­στὸς τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης δὲν ἔ­χει καμ­μιά σχέ­ση μὲ δι­ά­φο­ρες γλυ­κα­νά­λα­τες φι­γοῦ­ρες τοῦ μο­νί­μως πρά­ου δι­δά­σκα­λου, ἀπ’ ὅ­που προ­ῆλ­θε ἡ ἀ­νά­λο­γη ἀ­πο­κρου­στι­κὴ πρα­ό­τη­τα τῶν ἱ­ε­ρέ­ων καὶ ἄλ­λων ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν ‘ἐ­πι­σή­μων’, γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ὁ ἥ­ρω­ας στὸν Φύ­λα­κα στὴν Σί­κα­λη δι­καί­ως ἀ­πο­ρεῖ:

“Ὅ­σους πα­πά­δες γνώ­ρι­σα σ’ ὅλα τὰ σχο­λεῖα ποὺ πή­γαι­να, βά­ζα­νε μιὰ φω­νὴ Ὅ­σι­ου Ὀ­νού­φρι­ου κά­θε ποὺ μᾶς κά­να­νε κή­ρυ­γμα. Θε­ού­λη μου, πῶς τὸ σι­χαί­νο­μαι. Δὲ μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω τί δι­ά­ο­λο τοὺς πι­ά­νει καὶ δὲ μι­λᾶ­νε μὲ τὴν κα­νο­νι­κή τους φω­νή. Φαί­νον­ται τό­σο κάλ­πη­δες ἅμα μι­λᾶ­νε.”

Χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή, μήν υἱ­ο­θε­τοῦν­ται ἄ­κρι­τα οἱ ‘κρι­τι­κὲς’ ἐκ­δό­σεις, μὲ ἀ­φε­λῆ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν τους, ὅτι δῆ­θεν πα­ρέ­χουν ἀ­κρι­βέ­στε­ρη ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἱ­ε­ροῦ κει­μέ­νου — ἀ­κό­μη κι ἂν κα­τα­λή­ξουν κά­πο­τε σὲ ἕνα καὶ μό­νο κεί­με­νο. Οἱ ‘κρι­τι­κὲς’ ἐκ­δό­σεις, ὅ­πως, ἐλ­πί­ζω, ἔ­γι­νε φα­νε­ρό, δὲν ἔ­χουν κἂν προ­ϋ­πο­θέ­σεις νὰ ἀ­πο­κτή­σουν με­γα­λύ­τε­ρη αὐ­θεν­τία ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὸ πρω­τό­τυ­πο κεί­με­νο ποὺ δι­α­σώ­ζουν οἱ ἑλ­λη­νό­φω­νες Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες στὸν βίο τους καὶ ὄχι μέ­σα ἀπὸ εὐ­και­ρι­α­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια. Ὅ­μως πέ­ρα ἀπὸ κά­θε αὐ­θεν­τία, ἂς φρον­τί­ζει κα­νεὶς πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ ὅ,τι λέει ὁ Παῦ­λος, γιὰ ὅσα ἐ­πι­τρέ­πουν προ­σω­πι­κὴ ἀ­νά­κρι­ση τῶν πρα­γμά­των (Α΄ Κορ. 2.15): κα­νε­νὸς κει­μέ­νου ἡ αὐ­θεν­τία δὲν συμ­φέ­ρει νὰ ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τὴν ζων­τα­νὴ προ­σω­πι­κὴ σκέ­ψη.

Χω­ρὶς ζων­τα­νὴ σκέ­ψη ὅλα τὰ κεί­με­να γιὰ μᾶς θὰ εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ἀ­νώ­φε­λα, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἡ ἴ­δια ἡ σκέ­ψη μας ἀ­πο­κα­λύ­πτει ποῦ ὑ­πάρ­χει αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα, χω­ρὶς ἀ­παί­τη­ση ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν ἐγ­γυ­ή­σε­ων. Καὶ πέ­ρα ἀπὸ αὐ­τό, ἂς μή λη­σμο­νεῖ­ται ὅτι σὲ ­δα­νι­κὲς συν­θῆ­κες Βί­βλος οὔ­τε κἂν δὲν χρει­ά­ζε­ται: πῶς θὰ ὑ­πῆρ­χε χρό­νος ἢ λό­γος ἀ­νά­γνω­σης, ἂν κά­ποι­ος βρι­σκό­ταν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο κον­τὰ στὸν Θεό; Ἀπὸ ἐδῶ συ­νά­γε­ται μὲ ἀ­σφά­λεια ἡ πιὸ θε­με­λι­ώ­δης προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς σπου­δῆς.

Ὅ­πως ὅ­ταν ἔ­χει ἀ­να­χω­ρή­σει ἀ­γα­πη­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ προ­σπα­θοῦ­με νὰ με­γα­λώ­σου­με τὴν μνή­μη, νὰ συγ­κρα­τή­σου­με ὅσο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀπὸ τὴν ὕ­παρ­ξή του, ἔτ­σι διαμορ­φώ­θη­κε ὁ Κα­νό­νας τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ὡς σῶ­μα κει­μέ­νων / μαρ­τυ­ρι­ῶν τῆς Πα­ρου­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τοῦ βι­ώ­μα­τος τῶν πρώ­των Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως ἀ­να­πα­ρά­στα­ση κά­ποι­ου πα­ρελ­θόν­τος, ἀλ­λὰ γιὰ πλευ­ρὰ τῆς προ­σπά­θει­ας νὰ κρα­τη­θεῖ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν πιὸ οἰ­κεῖο χρό­νο μας, τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν μας γε­νε­θλί­ων.