Αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει πὼς ἡ Ἐκ­κλη­σία προ­χω­ρεῖ συ­νε­χῶς ἐ­λεύ­θε­ρη ἀπὸ σφάλματα ἢ ὅτι δὲν συμ­βαί­νουν λά­θη ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν ἀ­κό­μη καὶ γιὰ αἰ­ῶ­νες. Ἡ ἱ­στο­ρία δεί­χνει μὲ ποιὸ τρό­πο ἐν­το­πί­ζον­ται ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὰ λά­θη στὸν Ὀρ­θό­δο­ξο κό­σμο.

Ἀν­τιρ­ρή­σεις δι­α­τυ­πώ­νον­ται ἀπὸ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε, καὶ μὲ τὴν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου με­τὰ ἀπὸ πολ­λὴ συ­ζή­τη­ση οἱ πι­στοί, ἡ κοι­νὴ γνώ­μη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τί θὰ γί­νει ἀ­πο­δε­κτὸ καὶ τί θὰ ἀ­πορ­ρι­φθεῖ. Τὴν κοι­νὴ αὐ­τὴ συ­νεί­δη­ση ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἐκ­φρά­σει ὁ κλῆ­ρος καὶ συ­νο­δι­κά, ὅ­μως ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ. Ὡς πρὸς τὸ βι­βλι­κὸ κεί­με­νο ἐ­πί­σης, οἱ (μι­κρὲς συ­νή­θως) ἀ­πο­κλί­σεις τῶν ‘κρι­τι­κῶν’ ἐκ­δό­σε­ων μπο­ροῦν νὰ συ­νε­κτι­μῶν­ται καὶ μὲ τὴν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου νὰ ἐν­σω­μα­τώ­νον­ται ἢ ἀ­πορ­ρί­πτον­ται.

Ἔ­χον­τας κατ’ ἀρ­χὴν ἀν­τι­τά­ξει στὴν αὐ­θεν­τί­α τῶν ‘κρι­τι­κῶν’ ἐκ­δό­σε­ων τὴν παραδοσιακὴ συλλογικὴ διάκριση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὁ­ρι­σμέ­νες συ­νέ­πει­ες, ἀρ­κού­με­νοι ἐδῶ σὲ ἕνα μό­νο πα­ρά­δει­γμα δι­α­φο­ρᾶς, τὴν ὁ­ποία ἐ­πέ­λε­ξα ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­ναι ἐ­που­σι­ώ­δης.

Δι­α­βά­ζου­με στὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Ματ­θαί­ου (5.22) ὅτι πᾶς ὁ ὀρ­γι­ζό­με­νος τῷ ἀ­δελ­φῷ αὐ­τοῦ εἰ­κῆ ἔ­νο­χος ἔ­σται τῇ κρί­σει. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ ἡ ‘κρι­τι­κὴ’ ἔκ­δο­ση Aland, Black, Martini, Metzger καὶ Wikgren ἀ­φαι­ρεῖ τὸ ἐ­πίρ­ρη­μα — πᾶς ὁ ὀρ­γι­ζό­με­νος ἔ­νο­χος ἔ­σται



[1] Ἡ προτεραιότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς τέτοιας στὸν καθορισμὸ τοῦ κειμένου ἀφορᾶ κατὰ κύριο λόγο στὶς ἑλληνόφωνες Ἐκκλησίες — ὄχι ἐπειδὴ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι κατώτερες, ἀλλὰ ἐπειδὴ χρησιμοποιοῦν τὸ κείμενο ἀπὸ μετάφραση. Δὲν μποροῦμε νὰ ἑτοιμάσουμε ἑλληνικὴ ἔκδοση συγκρίνοντας χειρόγραφα γραμμένα στὰ Γερμανικὰ ἢ στὰ Λατινικά — κι ἂν πράγματι ἡ γενικὴ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι μόνο ὁρισμένων ἐρευνητῶν, ἀποτελεῖ τὸν σημαντικώτερο παράγοντα τῆς διαμόρφωσης τοῦ κειμένου, τότε ἡ γνώμη αὐτὴ ἐπίσης χρειάζεται νὰ εἶναι ἑλληνόφωνη, ἐφόσον πρόκειται γιὰ τὴν διαμόρφωση ἑλληνικοῦ κειμένου. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἂν κάποια ἀλλαγὴ προκύψει σὲ μή ἑλληνόφωνες Ἐκκλησίες, ἀκόμα καὶ αὐτὴ εἶναι δυνατὸ νὰ ἐνσωματωθεῖ ἐν τέλει στὸ κείμενο, ἂν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἀποδειχθεῖ οἰκουμενικὰ ἀποδεκτή. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ἐνσωματώνεται στὴν παροῦσα ἔκδοση τὸ περίφημο χωρίο Α΄ Ἰω. 5.7-8 περὶ τῶν τριῶν μαρτύρων, κατὰ τὴν γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, κείμενο ποὺ δὲν μαρτυρεῖται μὲ κανένα τρόπο καὶ σὲ κανένα βαθμὸ στὴν ἑλληνόφωνη παράδοση τῆς χριστιανοσύνης. Αὐτὰ δὲν σημαίνουν πὼς οἱ Ἐκκλησίες ξαναγράφουν τὸ κείμενο κατὰ βούλησιν, ἀλλὰ ὅτι στὶς ἀποφάσεις ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες ὅταν κρίνεται ἡ ἀξία τῶν διαφόρων ἐκδοχῶν τῶν χειρογράφων, μορφῶν ποὺ πρέπει νὰ κρατηθοῦν, νὰ ἀποβληθοῦν, κλπ, σὲ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀποφάσεις ποὺ παίρνουν οἱ ἐρευνητὲς ὅταν ἑτοιμάζουν μιὰ ‘κριτικὴ’ ἔκδοση, κυριώτερη δὲν εἶναι ἡ γνώμη τῶν ἐρευνητῶν ἀλλὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συνέβη στὴν περίπτωση ποὺ ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω γιὰ τὸ παρὸν κείμενο καὶ τὴν ἐνσωμάτωση τοῦ χωρίου Α΄ Ἰω. 5.7-8 κατόπιν εἰσηγήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

_______________________

Ἀκολουθῶντας τὴν ‘κριτικὴ’ ἔκδοση εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ εἰκάσουμε ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ὀργῆς, ἡ διάκριση μεταξὺ καλῆς καὶ κακῆς ὀργῆς, δὲν ἀνήκει στὸν συγγραφέα τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου, ἀλλὰ προσετέθη ἀργότερα στὸ κείμενο — κι αὐτὸ ἀπὸ μόνο του, ὅπως εἴπαμε, δὲν δημιουργεῖ πρόβλημα, ἐφόσον τὴν ‘ἐπηυξημένη’ ἐκδοχὴ ἀποδέχεται ἡ κοινή μας ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Ἐκεῖνο ποὺ θέλουμε νὰ σκεφτοῦμε τώρα, εἶναι ἡ σημασία τοῦ προσδιορισμοῦ, μὲ τὴν ‘κριτικὴ’ ἔκδοση νὰ ἀπαγορεύει ἀπολύτως ἕνα συναίσθημα τὸ ὁποῖο στὸ κείμενο τῶν Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν δὲν ἀπορρίπτεται παρὰ μόνο ὑπὸ προϋποθέσεις.