Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξὺ τοῦ κει­μέ­νου ποὺ ἡ Ἐκ­κλη­σία χω­ρὶς κἂν ἐ­πί­ση­μες ἀ­να­κη­ρύ­ξεις χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς αὐ­θεν­τι­κό, καὶ τῶν κει­μέ­νων τὰ ὁποῖα δι­ά­φο­ροι φι­λό­λο­γοι ζη­τοῦν νὰ ἑδραι­ώσουν ὑπὸ τὸν πομ­πώ­δη ὅρο τῆς ‘κρι­τι­κῆς’ ἔκ­δο­σης, ὡς ἐὰν ἡ ζωὴ καὶ πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἦ­ταν ἄ­κρι­τη. Φα­νε­ρώ­νε­ται ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἡ ἀ­κρι­σία τῶν ἴ­δι­ων τῶν ὑ­πο­τι­θέ­με­νων ‘κρι­τι­κῶν’ καὶ ‘φι­λο­λό­γων’, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν δι­ε­ρω­τή­θη­καν πό­σο μπο­ρεῖ νὰ ἁρ­μό­ζει στὴν με­λέ­τη τῆς Βί­βλου ὁ προ­ερ­χό­με­νος ἀπὸ τὶς κλα­σι­κὲς σπου­δὲς συγ­κε­κριμ­μέ­νος ὅ­ρος καὶ τρό­πος.