[1] Ἡ προτεραιότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς τέτοιας στὸν καθορισμὸ τοῦ κειμένου ἀφορᾶ κατὰ κύριο λόγο στὶς ἑλληνόφωνες Ἐκκλησίες — ὄχι ἐπειδὴ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι κατώτερες, ἀλλὰ ἐπειδὴ χρησιμοποιοῦν τὸ κείμενο ἀπὸ μετάφραση. Δὲν μποροῦμε νὰ ἑτοιμάσουμε ἑλληνικὴ ἔκδοση συγκρίνοντας χειρόγραφα γραμμένα στὰ Γερμανικὰ ἢ στὰ Λατινικά — κι ἂν πράγματι ἡ γενικὴ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι μόνο ὁρισμένων ἐρευνητῶν, ἀποτελεῖ τὸν σημαντικώτερο παράγοντα τῆς διαμόρφωσης τοῦ κειμένου, τότε ἡ γνώμη αὐτὴ ἐπίσης χρειάζεται νὰ εἶναι ἑλληνόφωνη, ἐφόσον πρόκειται γιὰ τὴν διαμόρφωση ἑλληνικοῦ κειμένου. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἂν κάποια ἀλλαγὴ προκύψει σὲ μή ἑλληνόφωνες Ἐκκλησίες, ἀκόμα καὶ αὐτὴ εἶναι δυνατὸ νὰ ἐνσωματωθεῖ ἐν τέλει στὸ κείμενο, ἂν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἀποδειχθεῖ οἰκουμενικὰ ἀποδεκτή. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ἐνσωματώνεται στὴν παροῦσα ἔκδοση τὸ περίφημο χωρίο Α΄ Ἰω. 5.7-8 περὶ τῶν τριῶν μαρτύρων, κατὰ τὴν γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, κείμενο ποὺ δὲν μαρτυρεῖται μὲ κανένα τρόπο καὶ σὲ κανένα βαθμὸ στὴν ἑλληνόφωνη παράδοση τῆς χριστιανοσύνης. Αὐτὰ δὲν σημαίνουν πὼς οἱ Ἐκκλησίες ξαναγράφουν τὸ κείμενο κατὰ βούλησιν, ἀλλὰ ὅτι στὶς ἀποφάσεις ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες ὅταν κρίνεται ἡ ἀξία τῶν διαφόρων ἐκδοχῶν τῶν χειρογράφων, μορφῶν ποὺ πρέπει νὰ κρατηθοῦν, νὰ ἀποβληθοῦν, κλπ, σὲ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀποφάσεις ποὺ παίρνουν οἱ ἐρευνητὲς ὅταν ἑτοιμάζουν μιὰ ‘κριτικὴ’ ἔκδοση, κυριώτερη δὲν εἶναι ἡ γνώμη τῶν ἐρευνητῶν ἀλλὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συνέβη στὴν περίπτωση ποὺ ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω γιὰ τὸ παρὸν κείμενο καὶ τὴν ἐνσωμάτωση τοῦ χωρίου Α΄ Ἰω. 5.7-8 κατόπιν εἰσηγήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.