Ὅ­πως ὅ­ταν ἔ­χει ἀ­να­χω­ρή­σει ἀ­γα­πη­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ προ­σπα­θοῦ­με νὰ με­γα­λώ­σου­με τὴν μνή­μη, νὰ συγ­κρα­τή­σου­με ὅσο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀπὸ τὴν ὕ­παρ­ξή του, ἔτ­σι διαμορ­φώ­θη­κε ὁ Κα­νό­νας τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ὡς σῶ­μα κει­μέ­νων / μαρ­τυ­ρι­ῶν τῆς Πα­ρου­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τοῦ βι­ώ­μα­τος τῶν πρώ­των Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως ἀ­να­πα­ρά­στα­ση κά­ποι­ου πα­ρελ­θόν­τος, ἀλ­λὰ γιὰ πλευ­ρὰ τῆς προ­σπά­θει­ας νὰ κρα­τη­θεῖ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν πιὸ οἰ­κεῖο χρό­νο μας, τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν μας γε­νε­θλί­ων.