Με την απόσταση, με το ύφος και τη μεγαλοπρέπεια, ο κύκλος των ανθρώπινων υποκειμένων είχε αναχθεί στην ουσία, απογυμνωμένη από οτιδήποτε έχει να κάνει με το «τοπικό χρώμα» ή με τα συμβεβηκότα της εποχής. Ετσι ο κύκλος των ελληνικών μύθων ήταν, πλάι στον βιβλικό κύκλο, ένα στοιχείο μέσα στο οποίο το παρελθόν δεν ήταν μονάχα παρελθόν αλλά σύμβολο και αιώνιο παρόν. Αποτελούσε έναν ορίζοντα που η Αναγέννηση δημιούργησε, το Μπαρόκ διεύρυνε και ο Αιώνας των Φώτων διατήρησε αναλλοίωτο: και μονάχα με τον ρομαντισμό η Δύση άρχισε να ευαισθητοποιείται απέναντι στη δική της παιδική ηλικία και στις φωνές των υπόλοιπων λαών. Μόνο από τη στιγμή που ο ελληνικός λαός έγινε και πάλι ένας λαός ανάμεσα στους άλλους αρχίσαμε πραγματικά να γνωρίζουμε την τέχνη και τον πολιτισμό του.
Ακόμα δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ πως ο ανθρωπισμός δεν γνώρισε παρά ελληνιστικά έργα και ρωμαϊκά αντίγραφα και πως μέχρι τον 19ο αιώνα, τα πραγματικά ελληνικά έργα ήταν θαμμένα στη γη ή βρίσκονταν σε σημεία απρόσιτα. Ο Μιχαήλ Άγγελος, που συγκινήθηκε μέχρι δακρύων από τον Λαοκόοντα, δεν υποπτευόταν καν την ύπαρξη των μορφών του Παρθενώνα. Ο Βίνκελμαν υπήρξε ένας από τους πρώτους που είδαν έναν αυθεντικό ελληνικό ναό, αλλά είχε τις πιο αλλόκοτες απόψεις γι’ αυτό που ονόμαζε νεότητα της κλασικής τέχνης.