Ρώτησε ὁ πατὴρ Ἀμοῦν τῆς Ραϊθοῦ τὸν πατέρα Σισόη λέγο­ντας, “Ὅταν διαβάζω τὴ Γραφὴ ἡ σκέψη μου θέλει νὰ φιλοκαλεῖ κάποιο λόγο γιὰ νὰ ἔχω νὰ ἀπαντήσω ἂν μὲ ρωτήσουν”. Καὶ τοῦ ἀπαντάει ὁ Γέροντας, “Δὲν χρειάζεται αὐτό, καλύτερα ἀπὸ τὴν κα­θαρό­τητα τοῦ νοῦ σου ἀπόκτησε μόνος σου γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὴ σκέ­ψη σου καὶ τοὺς λόγους σου” (Σισόης, Συστηματικὴ συλλογή, κεφ. 8, ἀπ. 21).

Καμμιὰ φορὰ ἐπικαλούμαστε τοὺς Πατέρες μὲ τρόπο ποὺ προδίδει τὸ πνεῦμα τους, ζητῶντας στὰ λόγια τους τὴν ἀπόλυτη αὐθεντία ἴσα γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὴν προσωπική μας σκέψη. Ὅμως δὲν ὑπάρχει στὴ νοοτροπία αὐτὴ κάτι φυσιολογικό; Μπορεῖ καθένας νὰ ἔχει γνώμη γιὰ φιλολογικὰ θέματα, ἱστορικά, ἐπιστημονικά, οἰκονομικά, κ.λπ.; Γιατί στὰ θεολογικὰ ἰδίως θὰ κρίνει ὁποιοσδήποτε ἀκόμη καὶ παραδόσεις αἰώνων;

Ὁ Σισόης, καὶ πολὺ μεγαλύτεροι Πατέρες, δὲν προτείνουν τὸν ἀνεύθυνο λόγο. Λέει, “ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ σου ἀπόκτησε τὴ σκέψη σου μόνος σου γιὰ τὸν ἑαυτό σου”. Ὑπάρχει μιὰ πορεία, ὁ καθαρὸς νοῦς δὲν δημιουργεῖται ἀπὸ τὴ μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη, ὅμως ἂν ἀποφάσισες ἁπλῶς νὰ ὑπακοῦς τὸν Πνευματικό σου, δὲν θὰ δημιουργηθεῖ ποτέ.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει ἂν διαβάζεις τοὺς Πατέρες ἢ τὴν Βίβλο χωρὶς νὰ ἀνακρίνεις τὰ λεγόμενα, νὰ βεβαιώνεσαι τί λέγεται, μὲ ποιὲς προϋποθέσεις, μὲ ποιὲς συνέπειες, κ.λπ. Στὴν περίπτωση τῶν Πατέρων, τὰ κείμενα τῶν ὁποίων κάθε ἄλλο παρὰ τυχαῖα δὲν περιβάλλει τὸ κῦρος μὲ τὸ ὁποῖο ἔχει ἐπενδυθεῖ ἡ Βίβλος, ἀκόμη καὶ ὅταν θεωροῦνται θεόπνευστα στὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο βαθμό, χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχὴ γιὰ τὴ δυνατότητα νὰ ὑπάρχουν ἀκόμα καὶ πολὺ σοβαρὰ λάθη. Κι ἂν (ἔστω!) βρεθοῦν σφάλματα στὴν ἴδια τὴ Βίβλο, εἶναι εὐπρόσδεκτο καὶ κατ’ ἀρχὴν δυνατό, ἐφόσον τὸ κείμενο δὲν ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀλλὰ γράφηκε ἀπὸ ἀνθρώπους.

Τί θὰ συμβεῖ ὅμως ἂν ἔτσι ἀρχίσει καθένας νὰ λέει ὅ,τι τοῦ κατέβει νομίζοντας ὅτι κρίνει τοὺς Πατέρες ἢ τὴν Βίβλο, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν κάνει τίποτα; Θὰ μεγαλώσει ἡ σύγχυση, ὅπως εἶναι φυσικό, καὶ εἶναι προτιμότερο αὐτό, νὰ μετρηθοῦν οἱ δυνάμεις, παρὰ νὰ ἐπιμένουμε νωχελικὰ σὲ μιὰ ‘εὐσεβῆ’ ἀδράνεια χωρὶς ὄφελος. Δὲν ἀποφεύγουμε τὰ λάθη ἀποφεύγοντας τὴ σκέψη ἀλλὰ ἐπιδιώκοντάς την, κάνοντας ἀκόμη περισσότερα λάθη καὶ ἔτσι σιγὰ σιγὰ μέσα ἀπὸ ἐλέγχους κατορθώνοντας συλλογικὰ τὴν ὀρθότητα ποὺ χρειαζόμαστε.

Ἄλλοτε διαπιστώνεται ὁ ἑξῆς παραλογισμός, νὰ εἴμαστε πρόθυμοι καὶ μὲ τὸ παραπάνω νὰ παραδεχόμαστε λάθη ἄλλων θρησκειῶν καὶ Ἐκκλησιῶν, θεωρῶντας τὴ δική μας θρησκεία καὶ ἰδίως τὴν δική μας Ἐκκλησία μόνη ἀλάθητη! Ὅμως ἂν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες ἔχουν σφάλει, γιατί ἐμεῖς εἰδικὰ ἀποκλείεται; Κι ἂν κάθε Ἐκκλησία εἶναι δυνατὸ νὰ σφάλει, ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχουν κοινὰ σφάλματα, ποὺ κάνουν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες ἢ οἱ περισσότερες, τὰ ὁποῖα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ γίνονται ἀπὸ τοὺς περισσότερους ἔχουν καταντήσει σὰν αὐτονόητα καὶ σὰν ἀλήθειες;

Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα ἔθιμα τῆς χριστιανοσύνης, ἂν καὶ δὲν σημαίνει γιὰ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. Τὰ θεῖα δῶρα ἄρχισαν νὰ ἀντιμετωπίζονται σὰν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ ἁπλὸ κρασὶ καὶ ψωμί, προτοῦ ἀκόμη ἀρχίσουν οἱ σχετικὲς συζητήσεις, τί ἀκριβῶς ἀλλάζει στὴν φύση τους, πῶς ἀλλάζει, κ.λπ. Ἐθεωρεῖτο δηλαδὴ ὅτι μὲ κάποιο τρόπο δὲν ἦταν ἁπλὰ σύμβολα ἀλλὰ ὄντως σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ ἔμπαινε στὸν κόπο ὁ ἱερέας (καὶ ἀκόμη σήμερα) νὰ τὰ προσκομίζει γιὰ νὰ μεταλάβουν ἄρρωστοι στὸ σπίτι τους, κ.λπ., περίπου ὅπως ὁ γιατρὸς φέρνει τὸ ἀναγκαῖο φάρμακο.