“Τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς κρατάει δόρυ καὶ ἀσπίδα γιὰ τὸ σταθερὸ καὶ ἀνδρεῖο καὶ γιατὶ κάθε ἐπιβουλὴ ἀπωθεῖται μὲ τὴν σοφία. Γιατὶ ἡ Ἀθηνᾶ ταυτίζεται μὲ τὸν νοῦ. Καὶ περικεφαλαία τῆς δίνουν, ἐπειδὴ τὸ ὑψηλότερο τῆς σοφίας εἶναι ἀθέατο. Καὶ ἐλιά, ἐπειδὴ ἡ οὐσία αὐτὴ εἶναι καθαρότατη, γιατὶ ἡ ἐλιὰ εἶναι τὸ δέντρο τοῦ φωτός. Καὶ γοργόνα δίνουν στὸ στῆθος της, γιὰ τὴν ταχύτητα τοῦ νοῦ”.[223]

Μή ἔχοντας βέβαιη θέση στὸ πρόσωπο Θεοῦ ἢ ἀνθρώπου, μεταξὺ τῶν δύο ὀλισθαίνοντας, ἡ σοφία, ἡ ἀγαθότητα, ἡ ἀνδρεία, ἡ ὀργὴ ἀκόμα, δὲν μποροῦσαν νὰ ταυτιστοῦν πλήρως μὲ κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο — ἀντίθετα: ὀδυνηρό, Θεά, νὰ σὲ γνωρίσει θνητὸς ποὺ σὲ συνάντησε / κι ἂς εἶναι πολὺ σοφός· γιατὶ στὰ πάντα ἀλλάζεις τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου, ὁμολογεῖ ὁ Ὀδυσσέας.[224]

Στὸ τραγούδι τοῦ Ὅμηρου ἄκουγαν τὴν Ἀθηνᾶ, ἄκουγαν τὸν Ὀδυσσέα, κι ἔνοιωθαν προσωπικὴ τὴν ἴδια τὴν Σοφία, ψηλότερα ἀπὸ τὴν Ἀθηνᾶ καὶ τὸν Ὀδυσσέα, νὰ τοὺς βλέπει, νὰ φανερώνεται καὶ νὰ τοὺς μιλάει.

 

ΤΙΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ Θεῶν καὶ ἀνθρώπων, ὅπως μαρτυροῦνται στὰ ὁμηρικὰ ἔπη, χαρακτηρίζει ἡ οἰκειότητα καὶ ἀμεσότητα τῆς συναναστροφῆς μὲ ἕνα φίλο. Ἂς διαβάσουμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν συνάντηση ποὺ περιγράφεται στὸ ν τῆς Ὀδύσσειας.

Ἡ Ἀθηνᾶ διαφαίνεται στὸ πρόσωπο νεαροῦ βοσκοῦ, στὸν ὁποῖο ὁ Ὀδυσσέας ἀπευθύνεται σὰν νὰ μιλοῦσε σὲ Θεό (ὥς τε θεῷ), ἀλλὰ καὶ διατηρῶντας καχυποψία, ὥσπου τὸ παλληκάρι μεταμορφώνεται μὲ δύναμη στὴν τρυφερὴ σοφία τῆς Ἀθηνᾶς, χαμογελῶντας στὸν Ὀδυσσέα καὶ ἀγγίζοντάς τον μὲ τὸ χέρι Της: ὑψώνεται μαζὶ καὶ κατέρχεται, κατέρχεται καὶ τὸν ὑψώνει μαζί Της ἐξ ἅδου κατωτάτου, ἀποκαλύπτοντας τὴν θεία φύση στὴν σοφία τῆς φιλίας Της. Οἱ μεταμορφώσεις αὐτὲς σημαίνουν ἀναγνώριση ποὺ συμβαίνει πέρα ἀπὸ λόγια.

Στὶς ἀναγνωρίσεις συχνὰ παρίστανται καὶ ἄλλοι, καθένας βλέποντας ἀνάλογα μὲ τὴν προσωπική του καθαρότητα, ὅπως ὁ Μέδοντας, ποὺ ἀναγνώρισε ποιὸς βοήθησε τὸν Ὀδυσσέα νὰ ἐξοντώσει τοὺς μνηστῆρες: “ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδα τὸν ἀθάνατο Θεὸ νὰ στέκει κοντά του, καὶ σὲ ὅλα ἔμοιαζε τοῦ Μέντορα”.[225]

Ἡ στιχομυθία Ὀδυσσέα καὶ Ἀθηνᾶς ὅπως τὴν καταγράφει ὁ Ὅμηρος, εἰκονίζει ἀλλαγὴ τῆς συνείδησης τοῦ Ὀδυσσέα, συμβαίνει ὡς ἀπόηχος σὲ ἄλλη τάξη, ἐσωτερικὸς διάλογος γεννημένος στὴν ψυχή του ἀπὸ τὴν θεία ὄψη καὶ τὸ ἄγγιγμα τοῦ νέου, ποὺ μόνο ἐλάχιστα λόγια μπορεῖ νὰ εἶπε — ἄν εἶπε ὁτιδήποτε.