Η ΕΝΤΑΣΗ αὐτὴ καὶ οὐσία τῆς τραγικῆς φιλοσοφίας εἶναι τόσο πρωταρχική, ὥστε ἄφησε γερὸ σημάδι στὴν ἴδια τὴν γλῶσσα, κραταιὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο, ἡ ἴδια γονιμοποιῶντας τὶς περιπέτειες τῶν μυθικῶν Ἡρώων καὶ Θεῶν, φέροντάς τις σὲ ἀκόμα πιὸ καθολικὲς διαστάσεις, τροφοδοτῶντας ἔτσι τὴν φιλοσοφικὴ καὶ συμβολικὴ τραγικὴ ποίηση τῆς κλασικῆς ἐποχῆς τοῦ διαλόγου τους.

“Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ εἶναι ἡ μόνη γλῶσσα τὴν ὁποία ξέρω στὴν ὁποία οἱ ὅροι, οἱ λέξεις, θνητὸς καὶ ἄνθρωπος εἶναι συνώνυμες· ὅταν σὲ ἕνα ἀρχαῖο κείμενο ὑπάρχει ἡ λέξη θνητός, πρόκειται γιὰ ἕναν ἄνθρωπο. Καὶ οἱ γάιδαροι εἶναι θνητοί, ἀλλὰ δὲν πρόκειται γιὰ τοὺς γαϊδάρους … γιατὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά, γιατὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι ξέραν ὅτι ἀναπότρεπτα θὰ πεθάνουν. Στὶς νεώτερες γλῶσσες, μερικὲς φορές, στὰ γαλλικά, στὰ ἀγγλικά, στὰ γερμανικά, βρίσκει κανεὶς τὴν ἔκφραση θνητοί, ἀλλὰ ἡ χρήση της εἶναι ἁπλῶς ἀποτέλεσμα κλασικῆς παιδείας στοὺς ποιητές, δὲν εἶναι ὅρος [ποὺ ἀνήκει στὴν ζωὴ τῆς κοινωνίας καὶ τὴν καθημερινὴ χρήση] τῆς γλώσσας, εἶναι ὅρος φιλολογικός, ὅπου [προϋποθέτοντας τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ἦθος καὶ σὲ αὐτὸ παραπέμποντας μπορεῖ νὰ] λέμε οἱ θνητοὶ κάνουν τοῦτο, ἢ οἱ θνητοὶ κάνουν ἐκεῖνο κλπ”.[607]

Ὁ σταθερὸς θαυμασμὸς γιὰ τὰ ἑλληνικά, τὰ ἔχει περιβάλει μὲ αἴγλη ἀθανασίας, συσκοτίζοντας ἔτσι τὸ γεγονὸς πὼς ἡ ἀξία τους ὀφείλεται καὶ στὴν ἴδια τὴν δική τους ἐσωτερικὴ / συστατικὴ ἐπίγνωση ὅτι εἶναι προσωρινά, ὅπως ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος.

Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἔχουν πολλοὺς χρόνους γιὰ τὶς διάφορες διαστάσεις τοῦ παρελθόντος, ἀνέπτυξαν ἀκόμη καὶ δεύτερο ἀόριστο, δεύτερο παρακείμενο, δεύτερο ὑπερσυντέλικο, δὲν ἔχουν ὅμως ἰδιαίτερο ρηματικὸ τύπο γιὰ τὴν διάρκεια τοῦ μέλλοντος! Στὴν ἀπουσία μέλλοντος διαρκείας εἰκονίζεται ὁ χρόνος ὡς θάνατος, ἐνῷ ἀκόμη καὶ ὁ στιγμιαῖος μέλλοντας, οὔτε κἂν αὐτὸς “δὲν εἶναι μελλοντικὴ πραγματικότητα, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ ἐνεστώτας εἴτε οἱ παρωχημένοι χρόνοι εἶναι παροῦσες ἢ παρωχημένες πραγματικότητες, ἀλλὰ ἐμφαίνει ἁπλῶς κατάσταση ποὺ ὑπάρχει δυνάμει καὶ τείνει νὰ πραγματοποιηθεῖ στὸ παρόν”.[608]

“Ὁ Θέογνις ἀναφωνεῖ: ‘τὸ πιὸ ἀξιοζήλευτο ἀγαθὸ ἐπάνω στὴ γῆ εἶναι νὰ μὴν ἔχει κανεὶς γεννηθεῖ, νὰ μὴν ἔχει ποτὲ δεῖ τὶς λαμπρὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου· ἢ μιὰ ποὺ γεννήθηκε, νὰ διαβεῖ τὸ γρηγορότερο τὶς πύλες τοῦ Ἅδη καὶ νὰ ἀναπαυτεῖ κάτω ἀπὸ ἕνα παχὺ στρῶμα γῆς’.[609] Ὁ Ἡρόδοτος πιστεύει ἐπίσης: ‘αὐτὸς ποὺ τὸν ἀγαποῦνε οἱ θεοί, πεθαίνει νέος’.[610] Οἱ χοροὶ τῶν τραγωδιῶν συμβουλεύουν πολλὲς φορές: ‘φυλαχτεῖτε νὰ πεῖτε ἕναν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο πρὶν πεθάνει· ξέρετε τί τοῦ φυλᾶνε οἱ θεοί;’ καὶ ὁ Εὐριπίδης σὰν ἠχὼ τοῦ Θέογνι, ὑποστηρίζει πὼς σωστὸ εἶναι νὰ κλαίει κανεὶς αὐτὸν ποὺ γεννιέται, ποὺ ἔχει νὰ τραβήξει τόσες συμφορὲς καὶ νὰ συνοδεύει μὲ τραγούδια χαρᾶς αὐτὸν ποὺ εἶναι πεθαμένος κι ἔχει πάψει πιὰ νὰ ὑποφέρει[611]”.[612]