Καὶ ἡ τραγωδία πέθανε, ὅπως ἔχουμε δεῖ, ὅταν ἔχασαν τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν Πόλη ὡς ἱερὸ χῶρο τῆς ἰσόθεης φιλίας τους καὶ ἀμοιβαίας εὐεργεσίας τοῦ αἰνιγματικοῦ διαλόγου τους, τὴν οὐσία τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε πιὰ ὁ Πλάτων, Πόλη ὁ ἴδιος μόνος του, μεγάλη παρουσία καὶ ζωντανὴ ἀπόδειξη τοῦ ὅπου κι ἂν πᾶς, θὰ εἶσαι Πόλις.

 

ΩΣ τὸν καιρὸ τῆς τραγωδίας ὁ φιλόσοφος ἦταν μᾶλλον Πυθία σὲ σύγκριση ἀκόμη καὶ μὲ τὸν Πλάτωνα. Ἀναπτύσσεται περισσότερο φιλοσοφικὴ ποίηση καὶ προφητεία παρὰ ποιητικὴ ἢ προφητικὴ φιλοσοφία, τὴν ὁποία δημιούργησε στὴν Ἀθήνα ὁ Πλάτων, καὶ συνέχισαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κυριώτερα, παρὰ ὁ ἴδιος ὁ νεοπλατωνισμός.[603] Μέσα ἀπὸ τὴν τραγική του ποίηση ὁ στοχασμὸς εἰσέφερε στὴν προσευχὴ καὶ τὸν ὕμνο ἀνοιχτὴ ἑνότητα ὅλων τῶν ποιητικῶν καὶ φιλοσοφικῶν κινήσεων καὶ παραδόσεων, συσπείρωση τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἑλληνισμοῦ, πραγματοποιῶντας τὴν ὑπερένταση τῆς ἀγωνίας τῶν Ἀθηναίων γιὰ νόημα, ὑπὸ τὸν ὁρίζοντα ἀκραίων παραδόξων διαχεόμενων στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο του ἀπὸ τὴν θεία ὕπαρξη, καὶ πάλι ἐπιστρέφοντας στὸν οὐρανὸ τῶν Θεῶν ὅπου μεγάλωναν τὸ μέγεθός τους καὶ ἀνοίγονταν σὲ διαυγέστερη παρατήρηση καὶ ἑρμηνεία.

Στὴν τραγικὴ τόλμη τοῦ φιλόσοφου βίου τῆς Πόλεως “ὁλόκληρο τὸ θεϊκὸ σύμπαν παρουσιάζεται οὐσιαστικὰ ὡς σύμπαν συγκρούσεων”,[604] ταυτόχρονα ἀνακλῶντας συμβολικὰ τὰ κοινωνιολογικὰ καὶ κοσμολογικὰ ἀπορούμενα τοῦ διαλόγου τους, μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου νὰ φανερώνεται “παγίδα τῶν δικῶν του ἀποφάσεων”,[605] καὶ ἀσυγκρίτως κυριώτερα τόπος ὅπου ἀσκεῖται τὸ πιὸ παράξενο εἶδος βίας, ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἄγνοιας τόσο κρίσιμης καὶ αἰνιγματικῆς, ὥστε νὰ ὑποχωροῦν μπροστά της ὅλα τὰ ἄλλα δεινὰ τελείως. Ἡ τραγικὴ ποίηση ἀποτελεῖ σύμβολο τῆς καρδιᾶς τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκτινασσόμενης στὴν ἑρμηνεία τῆς ὕπαρξης — ἀκραίας ἐντάσεως ἐπανάληψη τῆς ὁμηρικῆς προσευχῆς.

“Πατέρα Δία, σῶσε ἀπὸ τὴν ὁμίχλη τοὺς γυιοὺς τῶν Ἀχαιῶν, κάνε πιὰ αἰθρία, δόσε στὰ μάτια μας νὰ δοῦν, καὶ μέσα στὸ φῶς κατάστρεψέ μας, ἀφοῦ ἔτσι θέλεις”.[606]

Ὁ ἀσκούμενος καὶ δοκιμαζόμενος ἄνθρωπος ὑπερέβαινε τὸ ἐφήμερο, ἀλλὰ στεκόταν στὸ Φῶς ἀπρόσιτου διανοητικὰ Λόγου. Τὸ αἴσθημα τοῦ τυχαίου χανόταν τελείως, ἡ αἰτιότητα δὲν ἁπλωνόταν στὰ τυφλά, καὶ ὅμως παρέμενε αἰτιότητα κάποιας ἀνάγκης, ὄχι ἐπειδὴ ἡ πεῖρα μειονεκτοῦσε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἐλλογίκευση βρισκόταν σὲ ἀτέλεια καὶ παρεμβαλλόταν, ἡ λέξη ἀδυνατοῦσε νὰ χωρήσει τέλεια στὸ Νόημά της, ὥστε ἡ αἰτιότητα γινόταν παρουσία δύναμης — ὄχι κυρίως τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ δύναμης τοῦ Νοήματος ὡς ἐπικείμενου καὶ μάλιστα μὲ τρομερὴ ἰσχύ, τὴν ἴδια ἰσχὺ ποὺ ἀκόμη σήμερα νοιώθουν τὰ λόγια μας, ἡ Ζωὴ ἐν τῷ τάφῳ καὶ ὁ ἅδης τρέμει.