634 Εὐδοκίμωφ, πάλη μὲ τὸν Θεόν, ὅ.π., σ. 179. Μὲ τὴν ἐλευθερία μᾶς ἐλευθέρωσε Χριστός, τόνιζε ὁ Παῦλος (Γαλ. 5.1.) Ἡ ἰνδουϊστικὴ νοοτροπία ( Γκουροὺ εἶναι Βράχμα) δὲν ἀντέχει σὲ μιὰ παράδοση, ὅπου ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Ἡγούμενος ἢ ὁ Γέροντας ἴσως γίνεται ὣς ἕνα βαθμὸ προσωρινὰ μέτρο τοῦ βίου, ὀφείλουν νὰ τὸν διορθώνουν οἱ μοναχοὶ ὅταν σφάλλει (βλ. Μ. Βασιλείου, Ὅροι κατὰ πλάτος 27, PG 31, 988· πρβλ. τὸν Σαχάρωφ, ἅγιος Σιλουανὸς Ἀθωνίτης, ὅ.π., σελ. 100–1): “ἂν κάποιος διαφωνοῦσε μὲ τὴν ἐντολὴ ἢ τὴν ὁδηγία τοῦ Ἡγουμένου Μισαήλ, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, τότε ὁ ἐν γένει ἀνδρεῖος ἐκεῖνος ἀσκητής, παρὰ τὴν διοικητικὴ ἐξουσία ποὺ ἀσκοῦσε, συνήθως ἀπαντοῦσε: ‘ἂν εἶναι ἔτσι, καλῶς… κάνετε αὐτὸ ποὺ θέλετε’. Καὶ δὲν ἐπανελάμβανε τὸν λόγο του. Κι ὁ γέροντας Σιλουανὸς τὸ ἴδιο, ὅταν συναντοῦσε ἀντίσταση ἀμέσως σιωποῦσε. Γιατί αὐτό; Γιατὶ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιδέχεται οὔτε βία οὔτε διαμάχη, ἀφ’ ἑτέρου τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἔχει ὑπερβατικὸ χαρακτῆρα, δὲν ἐκφράζεται μὲ ἱκανὴ πληρότητα, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περικλεισθεῖ στὸν λόγο τοῦ πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος φέρει ἀναπόφευκτα σφραγῖδα σχετικότητας.”

635 Γρηγόριος Νύσσης, Περὶ παρθενίας, κεφ. 3, ἑν. 2.

636 Πλάτων, Φαῖδρος, 255d.

637 Πλωτίνου Ἐννεάδες 1, κεφ. 6, ἑν. 8.

638 Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 301.

639 Παραθέτει ὁ Μάξιμος, Ἐκ διαφόρων βιβλίων…, PG 91, 825.

640 Ὠριγένης, Εἰς Παροιμίας, PG 17, 180.

641 Πλάτωνος Ἀλκιβιάδης 133b.

642 Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ὁ Θαυματουργός, Χαριστήριος εἰς Ὠριγένην, ἑν. 11· πρβλ. Πλωτίνου Ἐννεάδες, βιβλ. 3, κεφ. 8, ἑν. 11· κεφ. 9, ἑν. 2.

643 Ἔκκαρτ, Ὁμιλία 84, DW III, σ. 462· πρβλ. τὸν Πλάτωνα (Φαῖδρος 255b), τὸν Μ. Βασίλειο (Εἰς Ψαλμούς, PG 29, 392), καὶ Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο (Ὕμνος Ζ΄, στ. 5 κ.ἑ.).

644 Πρβλ. τὸν ἀββᾶ Ματόη, Ἀποφθέγματα συστηματικὴ συλλογή, κεφ. 5, ἀπ. 6. Πρβλ. χαρακτηριστικὰ τὴν νεοελληνικὴ ἔκφραση γι’ αὐτοὺς ποὺ κάνουν σέξ, ὅτι ‘βγάζουν τὰ μάτια τους’.

645 Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Περὶ τῆς κατὰ Θεὸν λύπης, PG 91, 417.

646 Πλάτωνος Πολιτεία 403b–c. Ἄμουσος εἶναι ὁ βίος ποὺ δὲν οἰκειοποιεῖται τὴν θεία πληρότητα, καὶ ἀπειρόκαλος ὅποιος δὲν ἔχει γευθεῖ τὴν ἱερὴ καὶ πνευματικὴ ὀμορφιά. Καὶ τὶς δύο σημασίες περιέχει ἡ ἀσχημοσύνη τοῦ Παύλου.