Το να ταυτίζεσαι με όλη τη δύναμη της ψυχής σου με μια ψυχή ξένη, ατομική ή συλλογική -την οποία λατρεύεις μέχρι του σημείου να χάνεις τον ίδιο τον εαυτό σου μόλο που ξέρεις ότι είναι απρόσιτη- και να παρατηρείς την ίδια την πραγματικότητά σου με τα μάτια ενός κόσμου ξένου τον οποίο έχεις επινοήσει, προαισθανθεί, αποκρυπτογραφήσει, μέσα από μαρτυρίες πάντα μερικές, ποτέ οριστικές: αυτή η εμπειρία, που κανένας άλλος πολιτισμός δεν τόλμησε να αποπειραθεί, γίνεται δυνατή για πρώτη φορά.

Με το πρόγραμμα του της αναβίωσης των αρχαίων τρόπων ζωής και έκφρασης, ο ανθρωπισμός ερχόταν να δώσει μια οριστική απάντηση στο παλιό ερώτημα του άλλου, του διαφορετικού. Μέσα από τη φοβερή δόνηση από την οποία ένας ολόκληρος κόσμος, θαμμένος, βγήκε στην επιφάνεια, δεν μάθαμε μόνο την τέχνη να διαβάζουμε τα κρυπτογραφήματα χιλιετιών ή την τεχνική των ανασκαφών. Αυτό που μάθαμε πάνω απ’ όλα είναι να μην οπισθοχωρούμε μπροστά στα μυστικά που αναδύονται από τα ερείπια και τους θεούς που τα κατοικούν, απόμακρους, ξένους, αλλότριους, τώρα πια, μέσα σ’ έναν ολάνοιχτο χώρο, και με την ψυχή σε ανάταση και γεμάτη ευγνωμοσύνη, ο άνθρωπος θ’ ανακαλύψει αυτό που υπήρξε ο άνθρωπος και πόσο «ο άνθρωπος ξεπερνάει τον άνθρωπο».