“Τοῦ ἔδωσε αὐτάρκεια μέσα στὴν ἔρημο, στὴν δίψα τοῦ καύσωνα καὶ τὴν ξηρασία, τὸν ἐκύκλωσε, τὸν ἐπαίδευσε καὶ τὸν διαφύλαξε ὡς κόρη τοῦ ὀφθαλμοῦ Του”.[154]

“Ὁ μέγας Θεός, τὸ τέλειο παιδί! Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι τέλεια ἡ παιδεία τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ; Φτάνει σὲ ὅλα τὰ παιδιά Του, κι ἐμᾶς, τὰ νήπιά Του, μᾶς παιδαγωγεῖ”.[155]

Ἤ, ὅπως τὸ ἐξηγεῖ ὁ Χαίλντερλιν,

“Ὅλα τὰ ὀνόματα αὔρα ἑωθινὴ / ποὺ χάνεται κατάντησαν, ἀφότου ἦρθεν ὁ Χριστός, ὄνειρα ἐγίναν. / Σὰν πλανέματα πέφτουν στὴν καρδιά, σκοτώνοντας, ἂν κανένας // στοχαστικὰ δὲν ζυγιάσει, τί νἆναι τάχα, καὶ δὲν τὰ κατανοήσει. / Ἀλλ’ ὅμως ὁ στοχαστικὸς ἄνθρωπος σπούδασε / τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ”.[156]