234 Ἡ ἀκρότητα τῆς νοήσεως ἀφορᾶ στὴν κυρίαρχη ὁρμή, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε στραφεῖ ἀλλοῦ — δὲν σημαίνει πὼς καὶ ὁ τελευταῖος ἀγρότης δὲν ἔκανε ἄλλο παρὰ νὰ ἀφουγκράζεται τὸ θεῖο θέλημα. Ἂν χρειάζεται πιὰ νὰ λέγονται καὶ τὰ ἀπολύτως αὐτονόητα, ἂς εἰπωθεῖ ὅτι στὴν ὅση ἀσημαντότητα τοῦ ἀρχαίου βίου, ἀναπόφευκτη σὲ ποικίλους βαθμοὺς σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς ὅλων τῶν λαῶν, κάτι ἄλλο καὶ πρωταρχικὸ θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ὑπῆρχε, γιὰ νὰ προκύψει ἡ ἴδια ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Τὸ ἄλλο αὐτό, προσανατολισμένο στὴν ἀκρότητα τῆς νόησής του, ἄφηνε σχετικῶς ἀτροφικὲς καὶ βραδυκίνητες τὶς διάφορες ἀξιόλογες στὴν δική τους τάξη ἀρετές του.
235 Μπόρντμαν, Ἀρχαία ἑλληνικὴ τέχνη, ὅ.π., σ. 140. Στὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα συντείνει καὶ ἡ σχεδὸν πλήρης ἀπουσία φωτοσκίασης καὶ προοπτικῆς στὴν ζωγραφικὴ καὶ τὴν ἀγγειογραφία, ἀπὸ μόνη της ἐνισχύοντας περαιτέρω τὶς δυνατότητες συμβολικῆς λειτουργίας.
236 Γκάθρυ, A History of Greek Philosophy, τ. Β΄, Cambridge 1965, σελ. 17–19.
237 Βλ. Ὀδύσσεια τ 35 κ.ἑ.
Σελ. 12345678