Ἡ στιχομυθία Ὀδυσσέα καὶ Ἀθηνᾶς ὅπως τὴν καταγράφει ὁ Ὅμηρος, εἰκονίζει ἀλλαγὴ τῆς συνείδησης τοῦ Ὀδυσσέα, συμβαίνει ὡς ἀπόηχος σὲ ἄλλη τάξη, ἐσωτερικὸς διάλογος γεννημένος στὴν ψυχή του ἀπὸ τὴν θεία ὄψη καὶ τὸ ἄγγιγμα τοῦ νέου, ποὺ μόνο ἐλάχιστα λόγια μπορεῖ νὰ εἶπε — ἄν εἶπε ὁτιδήποτε.
Φανερώνοντας τὴν ὑπεροχικὴ ὄψη τῆς σοφίας καὶ στοργῆς Του, τὸ θεῖο πρόσωπο μετέδοσε χωρὶς λόγια ἢ πέρα ἀπὸ λόγια ὅσα ὁ Ὀδυσσέας ἐπρόκειτο νὰ καταλάβει στὸν συλλογισμό, καὶ μαζὶ τὴν ἴδια τὴν φύση Του ὡς θείου προσώπου, εἰσάγοντας καὶ διαφυλάσσοντάς τον στὴν δική Του ὑπόσταση.[226]
Στὶς συνομιλίες Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ὁ Ὅμηρος δημιουργεῖ σύμβολα τῆς οἰκειοποίησης τῆς θείας Χάρης, ὅταν “τὰ σύνορα πρὸς στιγμὴν χάνονται, συγχέονται ἀπὸ τὴν ἔνταση τῆς θείας Παρουσίας, ἡ ὁποία γιὰ νὰ προβάλει μπροστὰ στὸν πιστὸ μὲ ὅλη της τὴν ἐμφάνεια, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ κυριαρχήσει στὸ βλέμμα του, νὰ τὸ αἰχμαλωτίσει ἀπὸ τὰ μέσα, νὰ μεταβάλει ἀκόμη καὶ τὸν τρόπο ποὺ βλέπει ὁ πιστός”.[227] Τοὐλάχιστον σ’ ἕναν Ὀρθόδοξο δὲν θὰ πρέπει νὰ μοιάζουν φανταστικὲς οἱ ὁμηρικὲς ἀναγνωρίσεις…
Οἱ μυημένοι καταλάβαιναν αὐτὸ ποὺ τὸ ὁμηρικὸ κείμενο σημαίνει, οἱ τελείως ἄσχετοι ἄκουγαν ἁπλῶς ἕνα παραμύθι (ὁ Θεὸς δὲν παρουσιάζεται στοὺς ἀσεβεῖς),[228] ἐνῷ οἱ ἀρχάριοι πλησίαζαν κάπως στὴν “βεβαιότητα, ὅτι καμμιά καλὴ σκέψη δὲν γεννιέται στὴν ψυχή, χωρὶς τὴν κυρίαρχη θέληση τοῦ ὄντος ποὺ εἶναι ἀνώτερό μας, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ τίποτε νὰ κατορθώσει μόνος, μὲ τὶς δικές του μόνο δυνάμεις — ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι γεμάτες οἱ σελίδες τῆς Ὀδύσσειας”.[229]
Σελ. 12345678910111213