“Ἡ φρόνηση κυκλογυρίζει στὸ ὄν, ὁ νοῦς στὸ ἐπέκεινα τοῦ ὄντος”.[231]

Βιωματικὴ–νοητικὴ ἐμπειρία τοῦ ἀκραίου αὐτοῦ βαθμοῦ, πράγματι ἱερατική, ἐξηγεῖ ἴσως τὴν μεγάλη προτεραιότητα τῆς ποίησης, ἤδη ἐγγύτερης, ἔναντι ὄχι μόνο τῶν εἰκαστικῶν τεχνῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ στοχασμοῦ, στὴν πρωταρχικώτερη γλωσσικὴ ὁρμὴ τῆς κοινωνικῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου, διαφορετικὰ θὰ ἀπέμενε τελείως παράδοξο, ὅτι ὁ λαὸς ποὺ διέθετε τὰ ὁμηρικὰ ἔπη, χρειάστηκε τόσο πολὺ χρόνο γιὰ νὰ κερδίσει ἀντίστοιχη ἀρτιότητα στὰ ἀγάλματά του, στὶς ζωγραφιές, τὸν ἀποδεικτικὸ λογισμό…, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλα προϋπῆρχαν στὸν Ὅμηρο!

Μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε ζωγράφο, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ἕνα χέρι δὲν δημιουργεῖ ποτέ τίποτα λιγώτερο ἀπὸ τὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα,[232] ἐνῷ μὲ τὸ ἄλλο χαράζει γραμμὲς ἐπὶ γραμμῶν καὶ σκιὲς ἀνθρώπων. Πιθανότερο φαίνεται ὄχι κάποιο εἶδος σχιζοφρένειας, ἀλλὰ ὅτι ὁ δημιουργὸς αὐτὸς δὲν ἔχει ἀρκετὴ προσοχὴ νὰ δώσει καὶ στὸ ἄλλο χέρι.[233] Μὲ τὴν ὕπαρξη νὰ μετεωρίζεται στὸ ἐπέκεινα τοῦ ὄντος, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ ἴδια ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, μαρτυρῶντας καλύτερα ἀπ’ ὁτιδήποτε γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς πηγῆς της καὶ ταυτότητα τοῦ ἑλληνισμοῦ, δὲν παραξενεύει τόσο ἡ ἀτροφικότητα καὶ χρονοβόρος δημιουργικότητα τῶν ὑπολοίπων δυνάμεων, ὅσο ἡ παραγωγὴ τῆς ὁμηρικῆς ποίησης ἔστω…[234] Δὲν νοεῖται ὡς ἁπλὴ σύμπτωση, ὅτι ἀκόμα καὶ στὴν κλασικὴ περίοδο, μὲ ὅλες τὶς ἐκφραστικὲς δυνατότητες ἤδη ἀνεπτυγμένες καὶ διαθέσιμες, ἡ εἰκαστικὴ τέχνη τῶν ἀρχαίων ἀρκεῖται νὰ συλλαμβάνει τὴν στάσιμη ταυτοκινησία τῆς θεωρίας, τὴν κίνηση–χωρὶς–κίνηση ἀπὸ τὴν ὁποία κατάγεται ὁ ἴδιος ὁ ἑλληνισμός: “οἱ καλλιτέχνες δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ μεταδώσουν τὰ συναισθήματα μέσα ἀπὸ τὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου, καὶ σπάνια συναντᾶμε ἐλαφρὲς ἀποχρώσεις μιᾶς ψυχικῆς κατάστασης ἢ ἑνὸς συναισθήματος.

“Ὁ ἐξιδανικευμένος [ἰδεώδης ὡς ἀληθεύων] θνητὸς εἶναι αὐτάρκης καὶ πάνω ἀπὸ κάθε κοινό, ἀνθρώπινο, πάθος, πλησιάζοντας τὴν Θεότητα”.[235]

Τὸ νοεῖν “ὑποδήλωνε πρωταρχικὰ μιὰ πράξη ἄμεσης ἀναγνώρισης … Ἦταν γενικὴ ἑλληνικὴ [πεῖρα καὶ] πεποίθηση, πὼς οἱ δυνάμεις τῆς ἀνθρώπινης [ψυχῆς, πέρα καὶ ἀπὸ τὶς ἀνώτερες συμβολιστικὲς ἐκφράσεις τῆς] συνείδησης περιεῖχαν μιὰ λειτουργία ἄμεσης κατάληψης τῆς ἀληθινῆς φύσης ἑνὸς πράγματος ἢ μιᾶς κατάστασης, συγκρίσιμη ἀλλὰ βαθύτερη ἀπὸ τὴν ἄμεση [κοινὴ γιὰ ὅλους πάντοτε ἢ συνήθη] κατάληψη τῶν ἐπιφανειακῶν ποιοτήτων [μέσα κυρίως] ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις”.[236] Ὁ Τηλέμαχος ἔνοιωσε τὴν θεϊκὴ παρουσία στὴν λάμψη ποὺ διέχεε τὸ ἴδιο τὸ σπίτι — οἱ τοῖχοι, τὰ δοκάρια, οἱ κολῶνες “σὰν ἀπὸ φωτιά· πραγματικά, θὰ εἶναι μέσα κάποιος ἀπὸ τοὺς Θεοὺς ποὺ ἔχουν τὸν πλατὺ οὐρανό”.[237]