“Ὁ Συνέσιος τὸν 5ο αἰῶνα μιλάει γιὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνηψιοῦ του νὰ ἀποστηθίζει τὸν Ὅμηρο (μάθαινε πενήντα στίχους τὴν ἡμέρα), ἐνῷ ὁ Ψελλός, ἀπὸ πολὺ μικρός, ἤξερε ὁλόκληρη τὴν Ἰλιάδα ἀπ’ ἔξω … Καὶ τοὺς ἄλλους ποιητὲς τοὺς διάβαζαν καὶ τοὺς μάθαιναν, κανένας ὅμως δὲν εἶχε τὴν ἀνώτατη αὐτὴ θέση ποὺ διατήρησε ὣς τὸ τέλος ὁ Ὅμηρος”.[217]

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ὁτιδήποτε στὸν Ὅμηρο ποὺ νὰ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό; Καὶ γάρ τ’ ὄναρ ἐκ Διός ἐστιν. Ἰδίως ὅ,τι ἐπικρίθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχαία καὶ τὴν πατερικὴ φιλοσοφία — ὁ ἀνθρωπομορφισμὸς τοῦ Ὀλύμπου εἶναι ἡ μεγαλύτερη προσφορὰ τοῦ Ὅμηρου, προετοιμάζοντας τὸν ἑλληνισμὸ νὰ ἀκούσει τὰ Καλὰ Νέα, καὶ κατόπιν εἰσάγοντας τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσεια στὴν Βυζαντινὴ σκέψη.

Μεγάλου βάθους καὶ ἐκτάσεως ἑνότητα τῆς θείας φύσης μὲ τὴν ἀνθρώπινη δὲν περιγράφεται μέχρι σήμερα ἀπὸ κανένα μή χριστιανικὸ πολιτισμό, ἐκτὸς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Ἴσως γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ “οἱ Ἕλληνες τῆς κλασικῆς ἐποχῆς δὲν εἶχαν προσέξει τοὺς Ἰουδαίους, καίτοι παρουσίαζαν σοβαρὸ ἐνδιαφέρον, ἔστω καὶ γιὰ μόνο τὸν ἀξιοπερίεργο γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μονοθεϊσμό τους”.[218] Ἴσως ἔτσι ἐξηγεῖται ἐπίσης γιατί ἀπὸ κανένα δὲν ἔχει ἐκτιμηθεῖ ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα ὅσο ἀπὸ χριστιανικοὺς λαούς: κατ’ ἐξοχὴν οἱ λαοὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης γνωρίζουν τὸν Λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ἀνθρωπότητα στὸ σύνολό της ἀποτελεῖ θεῖο γένος.

 

Η ΙΛΙΑΔΑ ἀρχίζει μὲ ἐπίκληση στὴν Θεά, νὰ ψάλει ἡ ἴδια τὴν ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέα τὴν ὀλέθρια, ποὺ ἔφερε στοὺς ἀνθρώπους πόνο, ἔστειλε γενναῖες ψυχὲς στὸν ἅδη καὶ πέταξε τὰ κορμιά τους στὰ σκυλιὰ καὶ τὰ ὄρνεα, ἐκπληρώνοντας τὸ θεῖο θέλημα.[219] Χωρὶς νὰ θεοδικήσει, τιμῶντας ἀπόλυτα τὴν ἀνθρώπινη ζωή, πνευματικὴ καὶ σωματική, ὁ Ὅμηρος ἀναγνωρίζει τὴν θεία βουλὴ πέρα ἀπὸ καλὸ καὶ κακό. Στὴν ἀπόλυτη ὑπεροχή Της (αἰεὶ κρείσσων),[220] ἐξίσου ἀπόλυτη μὲ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ θεία βουλὴ μοιράζεται τὴν ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέα, ὥστε ὅλη ἡ συμφορὰ ἔχει τὸν κορμὸ καὶ τὰ κλαδιά της στὸ ἀνθρώπινο πάθος, μὲ τὸν καρπό της νὰ παραμένει ἀσύλληπτος, ὁπότε μπορεῖ νὰ ψαλεῖ μόνο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Θεά.

Ὣς ἕνα βαθμὸ οἱ Ὀλύμπιοι εἰκονίζουν τὴν ἀνθρώπινη κοινότητα, ἀπὸ τὸ ἐλάχιστα διάφορο — ὅταν, γιὰ παράδειγμα, συναγωνίζονται μεταξύ τους — στὸ ἐξόχως διάφορο τῆς ἀθανασίας — ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ συνιστᾶ ἀνθρώπινη ἀξία καὶ ἐπιθυμία[221] — καὶ κατόπιν στὸ τελείως ἀπερινόητο τοῦ θείου θελήματος. Ἐπειδὴ τέλος ὑπῆρχε τὸ ἀκατάληπτο καὶ ὁρατὴ ἔμενε ἡ σύγκριση βαθμοῦ μεταξὺ κοινῶν δυνάμεων καὶ ἐπιθυμιῶν, ἡ πίστη σήμαινε ἄπειρη κίνηση καὶ προκοπή: “οἱ ἑλληνικοὶ θεοὶ συνιστοῦν ἕνα κόσμο μορφῶν, ποὺ εἶναι μοναδικός, ἀπέραντος καὶ θαυμαστὰ φωτεινός. Σ’ αὐτόν, ὅ,τι ὑπάρχει, ὅ,τι ἀναμένει ὁ ἄνθρωπος, καλὸ ἢ κακό, ὅ,τι μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ γίνουν — ὅλα αὐτὰ μᾶς ἐμπεριέχουν μὲ τὰ θεοτικὰ σύμβολα”.[222]