I. Εἴμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι μέσ᾽ στὸν κυκεώνα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Κανεὶς δὲν περιμένει κάτι καλὸ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Καμμιὰ ἐλπίδα δὲ χαράζει πουθενά. Ἡ στιγμὴ αὐτὴ εἶναι βέβαια μιὰ θαυμάσια στιγμή.

II.

Θὰ πᾶμε μ᾽ αὐτὸ ποὺ ἀρχίζει γιατὶ ἔχουμε ὄρεξη νὰ ζήσουμε.

III.

Ὅσοι ἀγαποῦν τὴν Ἀττικὴ μὲ τὴν καρδιά τους, κι ὄχι συμβατικὰ καὶ σχολικά, τὴν ἀγαποῦν σὰ μιὰ γυναίκα, σὰ μιὰ ζωντανὴ ψυχή, σὰν ἕνα ζωντανὸ κορμί. Ἀγαποῦν σ᾽ αὐτὴν τὸ βλέμμα της, τὸν ἀέρα της, ἕνα ἀνεξάντλητο κόσμο ἀπὸ αἰσθήσεις, νεῦρα καὶ πάθη, μιὰ ψυχὴ ποὺ σπινθηροβολᾶ σὰν φωτιὰ κι ἀλλάζει σὲ κάθε στιγμή.