Όσο διαφοροποιείται ένα άτομο και γίνεται ο εαυτός του τόσο εννοεί να πραγματώνεται στην κοινωνία δημιουργικά. Κοινωνία αδιαφοροποίητων ατόμων θυμίζει κοπάδι του οποίου τα μέλη οφείλουν τυφλή υποταγή στον αρχηγό και τους ορισμούς του…

Προϋπόθεση της εξελίξεως αυτής είναι μία πολιτισμική και πολιτικοϊδεολογική καθιέρωση της ανωριμότητας με όλες τις εκδηλώσεις αδυναμίας – τα «χατίρια» των γονέων στο «παιδί» όλα τα συμπαρομαρτούντα των εκνόμων παροχών και αθεμίτων συναλλαγών.

Την τελευταία εκδοχή εκφράζει χαρακτηριστικά το καθεστώς του λαϊκισμού με την πρακτική του διάστροφου συνδικαλισμού, την βάναυση ατμόσφαιρα της απαιδευσίας, της αναξιοκρατίας και της οχλοκρατίας. Ο μαζάνθρωπος με την ανανάπτυκτη και συχνότατα διαταραγμένη του προοδευτικότητα αποτελεί κατ’ εξοχήν αδιαφοροποίητο ον, έκπτωση του ανθρώπου στην γενικότητα του είδους του.

Ως τέτοιος, βρίσκει εύκολα τον ρυθμό του στον συνδυασμό της απόλυτης υποταγής και της ανομίας. Για την ακρίβεια εφ’ όσον το θεσμικό σύστημα δεν λειτουργεί συνεκτικά, αυτός ο άνθρωπος με την ατροφική συνείδηση και την ροπαλοφόρο «αλήθεια» ζητεί να το αποκαταστήσει με την αυτοδικία και έτσι να το ανατρέψει.

Μια κοινωνία υγιαίνει όταν αναπτύσσει τους διαφοροποιούς μηχανισμούς των μεταρσιώσεων εναντίων των απαγορεύσεων, οι οποίες τείνουν να ομαδοποιούν… Η κοινωνία που νοσεί δεσμεύει τα συναισθήματα. Για την ακρίβεια υποδαυλίζει τις μαζικές ανασφάλειες και τις στρέφει εναντίον των διαφοροποιητικών διεργασιών, οι οποίες ενέχουν από την φύση τους το στοιχείο του αγνώστου.

Σε τέτοια πλαίσια ο άνθρωπος πραγματώνεται στον χαμηλότερο, τον βιολογικό του εαυτό και παρασύρει το περιβάλλον στην έκπτωσή του. Το ζούμε κατά την μεταπολιτευτική περίοδο στις συμπεριφορές ικανού αριθμού συμπολιτών μας. Ιδιαίτερα κατά το διάστημα της «δημοσιονομικής» μας κρίσεως οι συμπεριφορές αποκαλύπτουν μία παθογένεια η οποία εκδηλώνεται με ανομικά συμπτώματα.

Η μεταδικτατορική «πολιτικοποίηση» κατέληξε στον πλέον αποσυνθετικό ομαδισμό που έχει γνωρίσει η κοινωνία μας από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους, με διαστάσεις μάλιστα οιονεί κουλτούρας. Βιώνουμε μια επιδεικτική απόρριψη των θεσμών στην λογική της σημερινής εξουθενωτικής οικονομικής συγκυρίας, οι κυρίως υπαίτιοι της οποίας μένουν ατιμώρητοι.

Αυτή η «λογική» συγχέει αβασάνιστα τις παραβατικές πράξεις και το πολιτικό σύστημα που τις συγκάλυψε, με την ίδια την συνοχή της κοινωνίας. Παραβλέπει ένα φαινόμενο το οποίο γεννήθηκε «ηθικοπολιτικά» μέσα από τον συναισθηματικό εκδημοκρατισμό της μεταπολιτεύσεως, οπότε ανδρώθηκε ταχύτατα ως κραταιά μορφή συλλογικότητας πλάι στην οικογένεια και την εντοπιότητα η κομματικοσυνδικαλιστική συντεχνία.

Η «συλλογικότης» τούτη διαβάζει τους θεσμούς μόνο από την πλευρά των«δικαιωμάτων» και διαπλάθει μια πολιτικά καχεκτική και κοινωνικά διαλυτική συνείδηση. Αντί να εσωτερικεύουν οι πολίτες τους θεσμούς και να αναπτύσσουν αίσθημα ευθύνης ως προς το κοινωνικό σύνολο, προσχωρούν στην διεκδίκηση του μερικού εκείνου συμφέροντος που τροφοδοτεί τον συνδικαλισμό παρασιτισμό και καλλιεργεί όλα τα είδη μοχθηρίας και δηλητηριώδους επικριτικού αρνητισμού.

Απληστία και αρπακτικότης συναγωνίζονται μεταξύ τους σε μια ατμόσφαιρα γενικευμένης καχυποψίας. Εν ονόματι των «δημοκρατικών δικαιωμάτων» ένας αχαλίνωτος εγωισμός προβάλλει την ανασφάλεια ή την υπαρξιακή αποτυχία των ατόμων στην συνθήκη του συνόλου και ενώ οι πολωτικές αντιπαραθέσεις εξάπτουν το θυμικό οι πελατειακές συναλλαγές το κατευνάζουν.

Το αξιακό στοιχείο, έτσι, υπονομεύεται με «προοδευτικά» ιδεολογήματα ελεεινής μορφής, με μία ψευδοκαθολικότητα η οποία κατά βάθος συντηρείται με την αναγωγή σε υψίστη κοινωνικοπολιτική αρχή της άνευ όρων και ορίων ευτυχίας, ασχέτως εάν τούτο συνεπάγεται την χιονοστιβάδα του δημοσίου χρέους και τα μνημόνια.