Πρόκειται για παθολογική κατάσταση που δικαιολογεί την εφαρμογή της ιατρικής στην σπουδή της πολιτικής ιστορίας, το «ες αεί» της κληρονομιάς του Θουκυδίδη στην ανθρωπότητα. Μιλώ για το φαινόμενο του λαϊκισμού. Από τα ιδεολογικά υποστυλώματα του λαϊκιστικού ομαδισμού είναι η ανάδειξη του παρία σε πολιτικά προνομιούχο και κατ’ επέκταση η εξίσωση της αξιοκρατίας με την ανισότητα.

Στην μεταπολιτευτική περίοδο η αυθαίρετη τούτη εξίσωση πήρε τη μορφή κρατικιστικού προστατευτισμού, που ανέλαβε να αιμοδοτεί «προοδευτικά» το πατροπαράδοτο πελατειακό πολιτικό σύστημα. Το πελατειακό πολιτικό μας σύστημα έλαβε την θεσμική έκφραση μιας κουλτούρας της ήσσονος προσπάθειας, την οποία βιώνουμε στους τρόπους της ευκολίας και της εξυπηρετήσεως επί τη βάση του ήθους της «υποχρεώσεως» και της κάθε είδους παρεπόμενης συναλλαγής.

Το αίσθημα της υποχρεώσεως σε κάποιον που μας «εξυπηρέτησε» δεν είναι τόσο αθώο όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως, αποτελεί έθος ψυχικά και κοινωνικά δεσμευτικό, πιθανή προέκταση της άγραφης οικουμενικής αρχής του δώρου και του αντιδώρου.

Ως εσωτερικευμένη αρχέγονη παράδοση κοινωνιών όπως η νεοελληνική, το έθος του δώρου και του αντιδώρου εναντιώνεται ισχυρότατα στην συνείδηση της πολιτικής ευθύνης. Ως παραθεσμική συμπεριφορά καθιερώνει την διαπλοκή και γίνεται αιτία ψυχοκοινωνικού τύπου αγκυλώσεως και διαταραχών. Εισάγει δηλαδή στον συλλογικό βίο σαν κυρίαρχη αν μη μοναδική, λογική και επιλογή την ικανοποίηση των επί μέρους συμφερόντων, που με την σειρά τους απεργάζονται εκ των έσω την διάρρηξη του κοινωνικού ιστού.

Συμβαίνει το εξής: Με κατεύθυνση την δική μας «τακτοποίηση» εσωτερικεύουμε τυφλά χωρίς να θεωρούμε έλλογα και κριτικά την άμεση πραγματικότητα. Έτσι αντί η κουλτούρα να προσανατολίζει ενσυνείδητα με τον δικό της τρόπο τα άτομα στα χειροπιαστά δεδομένα, αντί να επιζητεί την ενηλικίωσή τους κατ’ εξοχήν με την παιδεία και την εκπαίδευση, να καλλιεργεί δε αμέσως ή εμμέσως τις έμφυτες ικανότητες των νέων και να δημιουργεί μαζί με το ανθρώπινο δυναμικό ένα εύρωστο πολιτισμικό περιβάλλον, τείνει να καταλήξει στο αντίθετο.

Ανάγοντας την ευκολία και την βολή σε αξία, η λαϊκιστική κουλτούρα κρατεί την κοινωνία σε παθολογική ανωριμότητα, ώστε μεγάλο μέρος της να προχωρεί σε φαντασιώσεις σαν την μεγαλομανή μανία καταδίωξης που μας κατατρέχει και καταπνίγει κάθε δημιουργικό πέταγμα. Υπό τέτοιες συνθήκες είναι εύλογο να βουλιάζουμε σε βαθύτατη ανασφάλεια και γενικευμένη δυσπιστία, με το έλλειμμα αυτοπεποιθήσεως που συνεπάγονται. Στην ψυχική αναμέτρηση πρωτοβουλίας και αβεβαιότητος ο αμυντικός κοινωνικός μηχανισμός του παραδοσιακού μας ομαδισμού προκρίνει τον πατερναλιστικό κρατικισμό και το βάλτωμα που τον συνοδεύει…

Όπου λαϊκίστικη δημοκρατία εκεί και κουλτούρα διαφθοράς. Υπ’ αυτό το πρίσμα, μεταξύ άλλων βρίσκει την εξήγησή του και ο εθνικός μας κανιβαλισμός. Βεβαίως πρόκειται για σφάξιμο των νέων «με το μπαμπάκι» σε επίπεδο κοινωνικό, όμως ο συμβολισμός του δεν παύει να έχει αξιοσημείωτες ανθρωπολογικές αναφορές…

Η κατεστημένη κοινωνία και τάξη φοβάται τις αυτόνομες προσωπικότητες και σπεύδει να τις συμμορφώσει προς τα ισχύοντα, πρώτα με την πίεση του περιβάλλοντος και εν συνεχεία με την παιδεία των αποστηθίσεων και των έτοιμων απαντήσεων και τέλος με την πολιτική ζωή των συσσωματώσεων και των εντάξεων που φθάνει να ομαδοποιεί ακόμα και τις προσδοκίες των ανθρώπων.

Η Ελλάδα θα ενηλικιωθεί και θα γυρίσει όντως σελίδα εφ΄όσον τα παιδιά της θ’ απλώνουν φτερά και θα προκόβουν εδώ, όπως προκόβουν με το σπαθί τους όταν πηγαίνουν στις προηγμένες χώρες. Θα γλυτώσουμε από τον ανθρωποφαγικό μας κόσμο και εαυτό αφ’ ής στιγμής μάθουμε να ατενίζουμε άφοβα το μέλλον.