129 Ἰουστῖνος Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, μτφρ. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς, Ἀθήνα 19814, σελ. 47–48.

130 Δηλαδὴ χωρὶς νὰ σημαίνει τὸ ἀρχαῖο Βυζάντιο, μεγαρικὴ ἀποικία τοῦ 7ου αἰ. π.Χ., ὅπου ἐπρόκειτο νὰ μεταφερθεῖ ἡ ἕδρα τῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 330 μ.Χ. μὲ τὴν ὀνομασία Nova Roma, καὶ κατόπιν, πρὸς τιμὴν τοῦ πρώτου χριστιανοῦ αὐτοκράτορα, Κωνσταντινούπολη. Σὲ πολλὰ κείμενα ἡ Πόλη συνεχίζει νὰ ἀναφέρεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχαίου της ἱδρυτῆ, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, στὸν Βίο τοῦ Φιλάρετου (9ος αἰ.). Τὸ Βυζάντιο δὲν ἦταν ἡ μοναδικὴ περίπτωση ἑλληνικῆς ἀποικίας στὴν περιοχή. Τὰ Μέγαρα ἀκολούθησε ἡ Μίλητος καὶ μετὰ ἡ Ἀθήνα μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἵδρυση ἑλληνικῶν Πόλεων ὣς τὰ πιὸ ἀπόμακρα μέρη τοῦ Εὔξεινου.

131 Χρήστου, Οἱ περιπέτειες τῶν ἐθνικῶν ὀνομάτων τῶν Ἑλλήνων, ὅ.π., σελ. 98–102. Προφανῶς δὲν στέκει ὁ ὁρισμὸς τοῦ Χάιζεμπεργκ (παραθέτει ὁ Ζακυθηνὸς στὴν εἰσαγωγή του στὰ Βυζαντινὰ κείμενα– ἀνθολογία, Ἀθήνα 1957, σ. ια΄, σημ. 1), ὅτι “τὸ Βυζάντιον εἶναι τὸ ἐκχριστιανισθὲν Ρωμαϊκὸν Κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους” — ὄχι ἁπλῶς ἐπειδὴ δὲν ἐκριστιανίσθηκε μόνο τὸ κράτος, ἢ ἐπειδὴ στὴν βυζαντινὴ πορεία πολλὰ ἔθνη συμμετεῖχαν ἢ παρέλαβαν στοιχεῖα, συχνὰ τὰ πιὸ οὐσιώδη, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ φύση καὶ ἀπόβλεψη τῆς Αὐτοκρατορίας ἦταν οἰκουμενική, ὥστε οἱ Βυζαντινοὶ θὰ ἀνατρίχιαζαν μὲ τὴν τερατώδη αὐτὴ περιγραφή, στὴν ὁποία δὲν θὰ ἀναγνώριζαν τὴν Πόλη τους. Ὁ Ζακυθηνὸς μοιάζει νὰ διαισθάνεται τὸ ἀτόπημα, ὅμως τὸ υἱοθετεῖ καὶ τὸ ἐκφράζει μὲ παρόμοιο τέρας: “τὸ οἰκουμενικὸν Χριστιανικὸν Κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους” (ὅ.π.).

132 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 70. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι καὶ σήμερα, χαρακτηριστικά, ὁ νεοπαγανισμὸς ἔχει τὴν ἀφορμή του κυρίως στὰ κατακάθια τῆς ἀρχαιότητας, ἀριθμοσοφίες κτὅ.

133 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, ὅ.π., σ. 11· βλ. καὶ παραπομπὴ εἰς Πλάτωνος Νόμους 909b–d.

134 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, ὅ.π., σελ. 133–4.

135 Ἀναφέρομαι στὸ διάταγμα τοῦ Δέκιου τὸ 248, ποὺ συνόδευσε τὶς ἑορτὲς γιὰ τὴν χιλιετία τῆς Ρώμης.

136 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 11 (γιὰ τὸν μῦθο ὅτι “οἱ χριστιανοὶ παραλάβανε μιὰν Ἑλλάδα πλήρη λαμπρῶν ναῶν, τὴν ὁποία τάχα αὐτοὶ κατάστρεψαν μὲ μῖσος”, βλ. ὅ.π., σ. 111 κ.ἑ. Γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Ὑπατία, βλ. ὅ.π., σ. 130.) Ἂς σκεφτοῦμε ἐπίσης: μετὰ ἀπὸ τόσους διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν, μὲ τὴν ἐξουσία τοῦ παγανισμοῦ πλήρη καὶ ἀνεμπόδιστη, πῶς ἔφθασε νὰ γίνει ἐξαίρεση περιθωριακὴ ὁ Ἰουλιανός; Ἔχει κανεὶς νὰ ἐκτιμήσει δύο πιθανότητες, εἴτε πὼς προέκυψε αἴφνης σειρὰ εὐσεβῶν μετὰ πεποιθήσεως αὐτοκρατόρων, εἴτε πὼς ὑπῆρχαν ἀντικειμενικὰ καὶ πειστικὰ ὁρατὲς ὠφέλειες γιὰ τὴν Αὐτοκρατορία ἀπὸ τὴν υἱοθέτηση τοῦ χριστιανισμοῦ. Τόσοι αὐτοκράτορες δὲν θὰ ἐγκατέλειπαν τοὺς πατρώους θεοὺς ἐπειδὴ ὁ Κωνσταντῖνος εἶδε ἕνα ὅραμα — θὰ πρέπει νὰ τὸ εἶδαν καὶ οἱ ἴδιοι, καὶ θὰ πρέπει τὸ κοινό τους ὅραμα νὰ περιεῖχε σαφεῖς πολιτικὲς ἀρχὲς καὶ διαστάσεις, πέρα τῆς ὅσης προσωπικῆς εὐσέβειας καθενός. Ἐξ ὁρισμοῦ ὁ αὐτοκράτορας ἐπιθυμεῖ κράτος, ἐκείνης ἢ τῆς ἄλλης μορφῆς, ἀλλὰ πάντως ὄχι ἀνίσχυρο. Αὐτὸ διαπιστώνεται συνεχῶς, ὅταν ἡγεμόνες εὐσεβεῖς σὲ βαθμὸ κάποτε πατερικῆς θεολογίας, ὅπως ὁ Μανουὴλ Παλαιολόγος, παραμέριζαν τὶς ἀνησυχίες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες κατὰ πᾶσα πιθανότητα δὲν ἔπαυαν νὰ εἶναι καὶ προσωπικές τους, προσπαθῶντας νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν συμπαράσταση δυτικῶν ἐθνῶν. Ὅπως δείχνει ἀπὸ μόνο του τὸ σφρῖγος τῆς χριστιανικῆς λατρείας, παρά τοὺς συνεχεῖς σκληροὺς διωγμούς, ἡ πολυπληθέστερη παγανιστικὴ πλευρὰ τῆς αὐτοκρατορίας θὰ πρέπει ἀντιστοίχως νὰ ἦταν ἐκτυφλωτικά πιὸ σαθρὴ πνευματικά, μὲ χλιαρὲς καὶ ἀσήμαντες ἀποβλέψεις, ὥστε νὰ φθάσουν οἱ αὐτοκράτορες νὰ στοιχηματίσουν στὸ ὀλιγάριθμο χριστιανικὸ–ἑλληνικὸ στοιχεῖο. Ἄλλωστε, τὸ ἴδιο ἰσχύει ἀκόμη σήμερα, ὥστε, ὡς πρὸς αὐτό, μπορεῖ κανεὶς νὰ ζήσει τὸν 4ο αἰώνα κυριολεκτικὰ ἐδῶ καὶ τώρα: τὰ χριστιανικὰ τμήματα τοῦ πληθυσμοῦ τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας δὲν εἶναι ὑγιέστερα καὶ μὲ διαφορά, ἐν συγκρίσει πρὸς ‘διαλογιστές’, ‘ἡδονιστές’, δωδεκαθεϊστές, κλπ;