“Χωρὶς τὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ οὔτε ἡ ἀποστολικότητα τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τὸ μαρτύριο τῶν Μαρτύρων, οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν, οὔτε ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων, οὔτε ἡ ἀσκητικότητα τῶν Ἀσκητῶν, οὔτε ἡ θαυματουργικότητα τῶν Θαυματουργῶν, οὔτε ἡ πίστη τῶν πιστευόντων… Ἂν ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ καὶ ὡς Ἀναστὰς δὲν εἶχε γεμίσει τοὺς μαθητές Του μὲ τὴν ζωοποιὸ δύναμη καὶ τὴν θαυματουργικὴ σοφία, ποιός θὰ μποροῦσε αὐτοὺς τοὺς φοβισμένους καὶ δραπέτες νὰ τοὺς συγκεντρώσει καὶ νὰ τοὺς δώσει τὸ θάρρος, τὴν δύναμη καὶ τὴν σοφία γιὰ νὰ μπορέσουν τόσο ἄφοβα καὶ μὲ τόση δύναμη καὶ σοφία νὰ κηρύττουν καὶ νὰ ὁμολογοῦν τὸν Ἀναστάντα Κύριο καὶ νὰ πηγαίνουν μὲ τόση χαρὰ στὸν θάνατο γι’ Αὐτόν; Κι ἂν ὁ Ἀναστὰς Σωτήρας δὲν τοὺς εἶχε γεμίσει μὲ τὴν θεία δύναμή Του καὶ σοφία, πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀνάψουν μέσα στὸν [ἴδιο τὸν ἑλληνικὸ καὶ ἑλληνοθρεμμένο] κόσμο τὴν ἄσβηστη πυρκαϊὰ τῆς καινοδιαθηκικῆς πίστης, αὐτοὶ οἱ ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καὶ φτωχοὶ ἄνθρωποι;”[129]

ΜΕΡΙΚΟΙ μιλοῦν γιὰ ‘ἐπιβολὴ’ τοῦ χριστιανισμοῦ, σὰν νὰ μὴν ἦταν Ἕλληνες οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἐπὶ τρεῖς αἰῶνες τελείως ἀνίσχυροι καὶ συστηματικὰ διωκόμενοι, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχαν ἤδη ‘πρὶν’ ἀπὸ τὸν Χριστὸ μεγάλοι Ἕλληνες σοφοὶ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων, ποὺ λίγο ἢ πολὺ ἢ καὶ τελείως ἀπέρριπταν τὴν ἀρχαία θρησκεία, καὶ σὰν νὰ μὴν ἦταν ἑλληνικὴ ἡ καρδιὰ κι ἐν τέλει τὸ σῶμα τοῦ Βυζαντίου.

“Γιὰ πρώτη φορὰ ἐμφανίζεται τὸ ὄνομα Βυζαντινὸς μὲ γενικὴ ἔννοια[[130]] στὰ νεώτερα χρόνια. Ὁ Ἱερώνυμος Wolf τὸ 1562 εἰσηγήθηκε τὴν σύσταση ἑνὸς συστήματος Βυζαντινῆς Ἱστορίας … καὶ κατὰ τὸν ἑπόμενο αἰῶνα, τὸ 1680, ὁ Du Cange ἐτιτλοφόρησε τὸ ἱστορικό του σύγγραμμα Historia Byzantina … Οἱ Ἀγγλοσάξωνες ἱστορικοὶ γιὰ πολὺν καιρὸ ἐνέμειναν στὴν συνήθεια νὰ τονίζουν τὸ ρωμαϊκὸ στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας, κατὰ ἕνα τρόπο μάλιστα ἰδιαιτέρως ὑποτιμητικό, σύμφωνα μὲ τὴν τάση ποὺ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὸν Ed. Gibbon … Ἀντιθέτως μερικοὶ Γάλλοι ἱστορικοί, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἐπικράτηση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, χαρακτηρίζουν τὴν ἱστορία ὡς ἑλληνική. Τὸ ὄνομα Βυζαντινὸς ἐπανεμφανίζεται στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τότε πλήρως … Βέβαια τὸ Βυζάντιο ἦταν μιὰ κοινοπολιτεία … ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν καρδιὰ καὶ τὸν νοῦ της. Ἡ γλῶσσα τοῦ κράτους ἦταν ἑλληνική, ἡ παιδεία του ἦταν ἑλληνική, ἡ σκέψη του ἦταν ἑλληνική· καὶ ἡ θρησκευτική του πίστη, ποὺ τόσο σημαντικὸ ρόλο ἔπαιξε στὴ ζωή του, ἦταν ἡ χριστιανικὴ ὀρθοδοξία, ὅπως διαμορφώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ζυμωμένους μὲ τὴν ἑλληνικὴ πολιτιστικὴ παράδοση”.[131]