Στὴν σκόνη τοῦ πεδίου τῆς μάχης, γυμνὸς ἀνάμεσα στοὺς δύο στρατούς, δὲν βρισκόταν ὁ ‘καλύτερος φίλος’ τοῦ Ἀχιλλέα, ἀλλὰ τὸ ἕνα θεῖο Δῶρο, τὸ νεκρὸ σῶμα τῆς Δόξας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἀχιλλέα, ὁ Λόγος τῆς ὕπαρξής του. Ἡ ἀγγελία τοῦ Ἀντίλοχου σήμαινε, κατάλαβε τώρα τί περιμένει ἀπὸ σένα ὁ θάνατός του, ἔχεις τώρα νὰ κάνεις τὴν δική σου πράξη καὶ νὰ δώσεις τὴν δική σου οὐσία. Σήμαινε, δὲν εἶσαι πιὰ θεῖος, ὁ τόπος καὶ ἡ κοίτη σου, τὸ σπίτι καὶ ἡ οὐσία σου, εἶναι ὅπου κεῖται ὁ Πάτροκλος. Αὐτὸ καταλαβαίνει καὶ ὁ Ἀχιλλέας: “καὶ στοὺς δυό μας δόθηκε τὴν ἴδια γῆ νὰ βάψουμε κόκκινη … Κι ἐνῷ ἐσὺ κείτεσαι τώρα κατασπαραγμένος, ἡ δική μου καρδιὰ χωρὶς ποτὸ καὶ φαΐ, κι ἂς μὴ μοῦ λείπουν, ἐσένα ζητάει”.[340] Ὁ Ἀντίλοχος ἀνακοίνωσε στὸν Ἀχιλλέα καὶ τοὺς Ἕλληνες αὐτὸ ποὺ ὁ Πλάτωνας κατάλαβε καὶ παρέδοσε ὡς φιλοσοφία καὶ μελέτη θανάτου.[341]
Σημειώσεις
317 Ὁ Ἀντίλοχος ἦταν τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαποῦσε περισσότερο ὁ Ἀχιλλέας μετὰ τὸν Πάτροκλο, γι’ αὐτὸ ἀποφασίστηκε νὰ τοῦ ἀνακοινώσει αὐτὸς τὴν θλιβερὴ εἴδηση. “Γυιὸς τοῦ Νέστορα καὶ τῆς Εὐρυδίκης … ὡραῖος, γενναῖος καὶ ἀγαπητὸς στοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς θεούς, προπάντων στὸν Δία καὶ τὸν Ποσειδῶνα … Τὸν ἀποκάλεσαν φιλοπάτωρα, γιατὶ τὸν σκότωσε ὁ Μέμνονας, γυιὸς τῆς Ἠοῦς, σὲ μία μάχη στὴν ὁποία ἔσωσε τὴν ζωὴ τοῦ πατέρα του. Θρηνήθηκε ἀπὸ ὅλο τὸν στρατὸ ὡς φιλόστοργος γυιός, καὶ τάφηκε στὸν μέχρι σήμερα σωζόμενο μεγάλο τεχνητὸ λόφο τοῦ Σιγείου, κοντὰ στὸν τάφο τοῦ Ἀχιλλέα καὶ τοῦ Πάτροκλου. Στὸν Ἅδη βρισκόταν στὸν ἀσφοδελὸ λειμῶνα μαζὶ μὲ τὸν Ἀχιλλέα, τὸν Πάτροκλο καὶ τὸν Αἴαντα. Στοὺς τέσσερεις αὐτοὺς ἥρωες οἱ κάτοικοι τοῦ Ἴλιου προσέφεραν ἐναγίσματα ὣς τοὺς χρόνους τοῦ Στράβωνος [1ος αἰ. π.Χ]” — Β. Καλαϊτζάκης, εἰς ΘΗΕ, τ. 2, στ. 869· πρβλ. τὸν ἕκτο Πυθιόνικο τοῦ Πίνδαρου, στ. 28 κ.ἑ.
Σελ. 12345678910