Συμβαίνει ὡς πρὸς αὐτὸ μετάβαση ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα στὴν περισσότερο ‘σημειολογικὴ’ Ὀδύσσεια κι ἔπειτα στὴν μελέτη ποὺ διενεργεῖ ἡ τραγικὴ ποίηση καὶ φιλοσοφία τῆς κλασικῆς περιόδου.

“Καὶ πραγματικά, ὁ Πλάτωνας φαίνεται νὰ θεωρεῖ φυσικὸ νὰ διακρίνει κανεὶς στὸ τάδε ἐπεισόδιο τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν μιὰν ἀλληγορία.[430] Γιὰ κεῖνον, οἱ ποιητὲς ἐκφράζονται μὲ ἀλληγορίες, ἂν ὄχι μὲ αἰνίγματα.[431] Καὶ πῶς νὰ αἰστανθοῦμε ἔκπληξη ὅταν πρόκειται γιὰ ἕνα λαὸ ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ θεοί του ἀρέσκονταν νὰ προκαλοῦν τὴν ἐξυπνάδα, τὴν διορατικότητα τῶν διερμηνέων τους;”[432]

Στὴν συνέχεια ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ τελειοποιεῖται, πέρα ἀπὸ τὰ ἄμεσα ἐρωτήματα καὶ τὶς παραβολὲς τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξη καὶ ἀκόμη ὅσα συμβαίνουν στὴν ἱστορία νὰ διανοίγονται στὴν σκέψη ὅπως βιβλίο. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει κυρίως τὸ θέμα μας, εἶναι πὼς ἡ κατάβαση ζώντων στὸν ἅδη, ἡ συνομιλία μὲ τοὺς κειμένους, μεγάλωνε τὴν συνείδηση τοῦ θανάτου, ὅμως ἡ φιλία καὶ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ σὲ ὅλη τὴν φύση καὶ ἀκόμη στὸν ὕπνο, μετέτρεπε τὴν ὀδύνη σὲ θάνατο γιὰ τὸν ἑαυτὸ καὶ ἄσκηση, ὑποδηλώνοντας, ὡς ἐπαφὴ ἀκριβῶς, τοὐλάχιστον ἴχνος ἀναστάσιμης διαστάσεως τῆς ὕπαρξης. Ἔτσι ἡ φιλοσοφία καταλάβαινε ὁλοένα περισσότερο τὴν φύση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀγαθὴ καὶ ἐρωτική.

Πιὸ πρὶν ἀπὸ τὸν Δία, τὸν Κρόνο ἢ τὸν Ποσειδῶνα, διακήρυττε ὁ Ἐμπεδοκλῆς, βασίλευε ἡ Ἀφροδίτη.[433] “Τὴν Ἀνάγκη δὲν τὴν πολεμοῦν οὔτε οἱ Θεοί”,[434] ὅμως ἡ Ἀνάγκη, ἀντιλέγει ὁ Πλάτων, καθόριζε τὴν παλαιὰ ἐποχή, τοῦ Κρόνου καὶ τοῦ Ἰαπετοῦ, τὴν ὁποία κατήργησε ὁ Ἔρωτας, καὶ τώρα ὁ ἴδιος βασιλεύει στοὺς Θεούς.[435] Ὁ Αἰσχύλος προφητεύει σύντομη τὴν ἐξουσία τοῦ Δία, ἐρχομὸ νέου Θεοῦ, μὲ ἰσχὺ ἀνυπέρβλητη στὴν ἀγαθότητα τῆς ἐλευθερίας του. Τὸ ποίημα τοῦ Παρμενίδη καὶ μάλιστα ὁ πλατωνικὸς Τίμαιος δημιουργοῦν φιλοσοφικώτερη θεολογία, ἐνταγμένη στὸν ὁρίζοντα τοῦ πέρα ἀπὸ κάθε ἀνάγκη, “πέρα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν οὐσία, ὑπερέχοντος σὲ παλαιότητα καὶ δύναμη ἀγαθοῦ Θεοῦ”.[436] Ὁ Οἰδίπους τοῦ Σοφοκλῆ ἁρπάζεται ἀπὸ τὸν κόσμο χωρὶς νὰ ἔχει συμβεῖ ἄλλος θάνατος, πέρα ἀπὸ τὸ μαρτύριο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ζωή του,[437] ὁπότε ὁ ἴδιος ὁ τωρινὸς βίος ἀναγνωρίζεται ἅδης, ὅπως τὸ καταλάβαινε ἤδη ὁ Ἡράκλειτος, ὥσπου ἔγινε κοινὸς τόπος τῶν φρονίμων.[438]

Τὴν ἀλήθεια δὲν μαθαίνει θνητὸς καὶ ἀπελπισμένος ἀπὸ τὴν θνητότητα, ἀλλὰ δισθανής.[439] Ἂν πεθάνεις πρὶν πεθάνεις, δὲν θὰ πεθάνεις ὅταν πεθάνεις, ἐπιγράφει στὴν εἴσοδό του μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ὄρους.[440] Ἀγαπῶντας τὸν Λόγο κατεβαίνω μαζί Του στὸν ἅδη καὶ ρωτάω γιὰ τὸ πρόβλημα ποὺ μὲ βασανίζει, δίνοντας αἷμα στοὺς νεκρούς, ἕως ὅτου φθάσω στὸν ἴδιο τὸν Λόγο. Ἡ ὁμίχλη τῶν παθημάτων διαλύεται καὶ ὁ θάνατος παύει νὰ μοιάζει καταδίκη. Ὅπως εἰδοποιεῖ ὁ Ἐμπεδοκλῆς, θὰ φέρεις ἀπὸ τὸν ἅδη τὴν δύναμη ἀνθρώπου ποὺ ἔχει πεθάνει.[441]

 

Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσπαθεῖ νὰ κάνει τὸ καλὸ καὶ σωστό, δουλωμένος στὸν κόσμο καὶ ὅποιες ἀντιλήψεις, ὅπως φανερώνει ἡ ἴδια ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῆς Σφίγγας: δὲν ἔλυσε πραγματικὰ ἀλλὰ σκότωσε τὸ αἴνιγμα, γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος κατὰ κύριο λόγο δὲν εἶχε δύο, τρία ἢ τέσσερα ἀλλὰ πληγωμένο πόδι. Δὲν “γίνεται τὸ πιόνι μιᾶς μοίρας ποὺ τοῦ ἔχουν ἐπιβάλει οἱ θεοὶ πρὶν ἀκόμη γεννηθεῖ”,[442] γιατὶ ὁ χρησμὸς ποὺ δόθηκε στὸν Λάιο, ἔβλεπε στὸν Οἰδίποδα μίασμα ποὺ δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ γεννηθεῖ, καὶ ὅμως διασώζεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Θεούς, ὁδηγούμενος μέσα ἀπὸ ὅλο τὸν βίο του σὲ Ἄγνωστη Γῆ (γᾶς ἐπὶ ξένας[443]), στὴν ματαίωση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ του: “πιστεύοντας πὼς εἶναι ἰσόθεος, καταλήγει τελικὰ ἴσος μὲ τὸ τίποτα”,[444] καὶ ὡς ἴσος μὲ τὸ τίποτα γίνεται πράγματι καὶ θαυμαστὰ ἰσόθεος,[445] δηλαδὴ σώζεται: τυφλὸς στὸ ἔξω βλέπει τὴν Δύναμη ποὺ τοῦ χαρίζεται, μυεῖται στὴν θεία στοργὴ καὶ κλείνει ἡ πληγή του.