Σωστὰ λοιπὸν θὰ λέγαμε ὅτι προσωπικὸς δημιουργὸς μοιάζει νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν Παρμενίδη, ἀλλὰ σχεδὸν τὸν ψηλαφίζει ἡ ταύτιση τοῦ γίγνεσθαι μὲ τὸ Εἶναι, ἐφόσον συμβαίνει μέσα στὴν ταύτιση Εἶναι τῶν ὄντων καὶ Νοήσεως τοῦ Θεοῦ. Στὸν Παρμενίδη ὁ κόσμος ἔχει προσωπικὴ τὴν σύσταση καὶ φύση του, ἔστω ἂν τὴν φύση αὐτὴ ὁ Θεὸς μοιάζει ἁπλῶς νὰ συμμερίζεται: νὰ μπορεῖ νὰ τὴν συμμερίζεται πράγματι, καὶ νὰ τὴν δημιουργεῖ, κατ’ οὐσίαν ταυτίζονται — ἡ κοσμικὴ ὕπαρξη εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη γιὰ τὴν θεία καὶ προσωπικὴ νόηση ὡς νόηση συστατικὴ τοῦ Εἶναι, δηλαδὴ ἀποτελεῖ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ὕπαρξη, τὴν ὁποία καὶ μή–δημιουργὸς Θεὸς θὰ δημιουργοῦσε ἂν ἦταν δημιουργός.
Ἀλλά, ὅπως ἔχουμε δεῖ, ἡ ‘αἰώνια ἐπιστροφὴ’ τῶν ὄντων σημαίνει ἐπίσης ἀνακύκλωση τῆς ἴδιας τῆς πτώσης, μὲ τὸν ἄνθρωπο νὰ παραμένει αἰωνίως ἐξόριστος, ἀποσπῶντας κάποτε μιὰ χαρισματικὴ θέα τοῦ κόσμου, ἀπὸ τόσο ὕψος ἀκριβῶς, ὅσο χρειάζεται γιὰ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση νὰ ταυτιστοῦν μόνιμα καὶ ἀναγκαῖα.[542]
Ἡ χριστιανικὴ σκέψη ἀνακάλυπτε στὸν Παρμενίδη δίψα γιὰ φιλία μὲ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ἀθανασία ὕπαρξης ἱερῆς, διαποτισμένης μέχρι ταυτίσεως ἀπὸ τὴν θεία σκέψη. Στὸ αἴτημα αὐτὸ εἶχε νὰ ἀνταποκριθεῖ ἐπιλύοντας τὰ παράδοξα ποὺ βασάνιζαν, καθαρίζοντας τὸ μέλαν ὕδωρ τοῦ μερισμοῦ τῆς ἀθανασίας — διαιώνισης τοῦ Εἶναι μὲ τίμημα εἰρωνικὰ ἰσοδύναμο τὴν διαιώνιση τοῦ μηδενός.
Στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ Παρμενίδης ἀρνεῖται πρωταρχικὴ ὕπαρξη τοῦ μηδενός, στὰ ὄντα ἀναγνωρίζοντας νοήματα ἔνσαρκα, θεῖα, λίαν καλά, μποροῦσε νὰ ἐνταχθεῖ καὶ πλήρως στὴν χριστιανικὴ σκέψη. Οἱ ἐπιγνώσεις αὐτὲς εἶναι τόσο σημαντικές, ὥστε καὶ ὁ Πλάτων μόνο μὲ πολὺ σεβασμὸ ἀποφάσισε νὰ ἀσκήσει κριτική: “ὁ Παρμενίδης μοῦ φαίνεται πὼς εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Ὅμηρος, ‘σεβαστὸς γιὰ μένα’ μαζὶ ‘καὶ τρομερός’.”[543] Ὅμως ἡ εἰκόνα του δὲν παύει νὰ ἐμποδίζει, μή ἔχοντας πραγματικὴ θέση οὔτε γιὰ θάνατο οὔτε γιὰ σωτηρία.[544] Φωτισμὸς ὑπάρχει στὴν ἐνόραση τοῦ Παρμενίδη, ἀνάσταση ὅμως ὄχι.
Καθαρή, βέβαιη καὶ πλήρης ἐπίγνωση τοῦ φωτισμοῦ, καὶ αὐτοῦ ἑνωμένου μὲ τὴν ἀνάσταση ὡς ὁριστικὴ διάβαση μαζὶ καὶ κρίση, ἀναπτύσσεται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία μὲ τὸν Πλάτωνα.
“ΘΑ ΔΙΑΒΟΥΜΕ καλὰ τὸ ποτάμι τῆς λήθης καὶ δὲν θὰ μιάνουμε τὴν ψυχή μας”, εἰδοποιεῖ ὁ Πλάτων,[545] περιγράφοντας τὴν πορεία μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνάγκη, σὲ δεινὸ πνῖγος καὶ καῦμα, ὣς τὸ πεδίο τῆς Λησμονιᾶς καὶ τοῦ Ἀμέλητα ποταμοῦ.[546] Ἀναγκαῖο γιὰ ὅλους νὰ πιοῦν νερὸ τῆς Λησμονιᾶς, ἀλλὰ ὅσοι στεροῦνται κάθε σωτήριου φρονήματος περνᾶνε τὸ μέτρο μηδενίζοντας τὴν δυνατότητα νὰ ἀνακτήσουν τὴν φύση τους.
Σελ. 1234567