Ἔχει σημασία νὰ γίνεται σαφὴς καὶ μὲ ἔμφαση ἡ οὐσία αὐτὴ στὴν σκέψη τοῦ Παρμενίδη, γιατὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ μεγάλη του δύναμη — καὶ ὄχι μόνο ἡ δική του: χάρη στὴν δύναμη αὐτή, ὅπως ἔχουμε δεῖ, συνέβη ὁ ἐκχριστιανισμὸς τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐπιλύοντας τὸ παράδοξο ὄντος ἀθανάτου διαποτισμένου μὲ θάνατο, γιατρεύοντας ἔτσι τὴν πληγὴ τῆς ἀρχαίας ψυχῆς.
ΣΤΑ ΣΩΖΟΜΕΝΑ ἀποσπάσματα τοῦ Παρμενίδη δὲν θὰ ἐντοπιστεῖ ἀναφορὰ σὲ Θεὸ Δημιουργό, ὅμως τὸ Εἶναι ὡς τέτοιο δὲν διαθέτει δύναμη, ἑπομένως δὲν δημιουργεῖ. Τὸ Εἶναι ὑποστηρίζει ἀπεριόριστα καὶ ἀπαράλλακτα τὴν ὕπαρξη τῶν ὄντων ὡς ὄντων. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ εἴσοδος στὸ Εἶναι δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει στὸ ἴδιο τὴν αἰτία της, ἡ Ἡσιόδειος παράδοση προσέγγιζε τὴν ὕπαρξη ὡς γενεσιουργὸ γίγνεσθαι, ἀναγκαστικὰ ἀφήνοντας τὴν θεμέλια ἀρχὴ τῆς δυναμικότητας ἀπόκρυφη στὸ πρωταρχικὸ Χάος. Ὁ Παρμενίδης ἀντικρύζει τὸν χωροχρόνο πεπληρωμένο, ἀποκτῶντας ἔτσι προϋποθέσεις προσλήψεως τοῦ γίγνεσθαι ὡς Εἶναι, πλησιάζοντας ἀρκετὰ στὴν πλατωνικὴ περιγραφὴ τοῦ κόσμου ὡς ἐν κινήσει αἰωνιότητος. Ὅμως ὁ Πλάτων μιλάει πιὰ καθαρὰ γιὰ προσωπικὸ Δημιουργό, καὶ δὲν ταυτίζει τὸ γίγνεσθαι μὲ τὸ Εἶναι κατὰ κανένα τρόπο.
Ὅπως εἰπώθηκε, ὁ λογικισμὸς ἀνήκει σὲ δευτερεύουσα τάξη στὸ ποίημα τοῦ Παρμενίδη, μὲ τὴν κυριότητα νὰ βρίσκεται στὴν ἐσωτερικὴ βίωση ἀναγκαιότητος τῆς ἀθανασίας καὶ στὴν ἀντίστοιχη ἱεροπρεπῆ ποιητικὴ ἐκφορά, ἡ ὁποία παρουσιάζει σὲ ἁπτὴ ζωντανὴ ὀντότητα ὅ,τι διαφορετικὰ δὲν θὰ ἦταν παρὰ μόνο ἀφηρημένο καὶ ἀμφίβολο θεώρημα. Στὴν παρουσία αὐτὴ ἡ Θεὰ συνεισφέρει τὸν λογικισμὸ ρητὰ ἐπικαλούμενη τὴν πέρα τελείως ἀπὸ κάθε ἐπιχείρημα αὐθεντία της, καὶ ἀναγνωρίζοντας στὸν φιλόσοφο ἀποκλειστικό της συνομιλητή. Ἔτσι ἡ θεία σοφία ἐγείρει μαζὶ καὶ ὑποτάσσει τὸν λογικισμὸ σὲ μιὰ διάσταση γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος δὲν εἶναι ἱκανός: τὸ φαινομενικὰ αὔταρκες στοὺς δικούς του ὅρους εὔλογον, ἀκόμη καὶ αὐτὸ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο μόνο μέσα ἀπὸ τὴν μύησή του στὴν θεία συνείδηση, ὅπου ὑπάρχει καὶ ἀπὸ ὅπου μεταδίδεται ὅλη ἡ ἀσφάλεια καὶ ἀλήθεια τῆς ὕπαρξης.
Ὁ Παρμενίδης δὲν προτείνει ‘μιὰ θεωρία’, περιγράφει κοινωνία τοῦ πιὸ σπάνιου μαζὶ καὶ αὐθεντικοῦ βιώματος, ἀπευθυνόμενος ἀποκλειστικὰ στὸν φιλόσοφο ὡς φίλο τοῦ Θεοῦ — ὄχι στὸν εὐαίσθητο, εὐφυῆ ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπὸ μυούμενο στὴν ἀπόλυτη ἀξία τῆς ὕπαρξης, στὴν ἑνότητα, θειότητα καὶ ἀθανασία της.
Σελ. 1234567