Ὁ ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Παρμενίδη εἰσέφερε στὴν πλατωνικὴ καὶ τὶς νεοπλατωνικὲς προσλήψεις τῆς ὕπαρξης καὶ δι’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἄμεσα,[538] στὸ ἑρμηνευτικὸ πλαίσιο τῆς χριστιανικῆς θεολογίας.[539] Δὲν μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸν Λόγο τῆς χριστιανικῆς παράδοσης, ἐφόσον δὲν ἀναγνωρίζεται ὡς ἰδιαίτερο πρόσωπο, δὲν προέρχεται μέσα σὲ κοινωνία προσώπων, δὲν ἔχει ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, οὔτε ὑπερβατικότητα ὡς πρὸς τὴν κτίση.

Πάνω ἀπ’ ὅλα, τὸ σύμπαν τοῦ Παρμενίδη ὑφίσταται τραυματικά, κυριολεκτικῶς κομματιάζοντας τὴν ἀθανασία, ἐφόσον τὰ μέρη δὲν διακρίνονται μόνο ὅπως μέλη ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴν διάρκεια: ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του κανένα μέρος δὲν συμπίπτει μὲ τὸ ὅλον. Τί εἴδους ἀπειρία, παντοτινὴ ζωὴ καὶ ἀμετακίνητη οὐσία προϋποθέτει τὸ ἴδιο τὸ ἀντίθετό της, ἀνυπέρβλητη περατότητα τῆς ὕπαρξης; Ὅπως συνοψίζει ὁ Πόππερ, “ὁ Παρμενίδης βλέπει τὴ ζωὴ σὲ ὅλη της τὴ ζεστασιά, τὴν κίνηση, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ποίηση. Ἀλλὰ ἡ παγερὴ ἀλήθεια εἶναι ὁ θάνατος”.[540] Καὶ ἀκόμη πιὸ παραστατικὰ ὁ ΜακΝάις:

“Καμμιά κίνηση, καμμιά ἀναπνοή, καμμιά προκοπὴ οὔτε λάθη, / Τίποτα δὲν ἀρχίζει, τίποτα δὲν τελειώνει, κανεὶς δὲν ἀγαπάει, κανεὶς δὲν πολεμάει, / Ὅλοι σου οἱ ἐχθροὶ εἶναι φίλοι καὶ ὅλες σου οἱ μέρες νύχτες”.[541]

 

Η ΘΕΙΑ ΓΝΩΣΗ στὸν Παρμενίδη ἴσως μοιάζει τελείως λογικιστική, ὅμως δὲν εἶναι ἄσχετη μὲ τὴν οὐσία της ἡ μυθοπρεπὴς ἐκφορά της: ὅπως συμβαίνει μὲ κάθε φιλοσοφικὸ κείμενο μεγάλης λογοτεχνικῆς ἰσχύος, ἡ εἰδή του προκύπτει ἐσωτερικά, μορφώνοντας τὴν βιωματικὴ ἔνταση μὲ τὴν ὁποία ἡ ὅλη παιδεία τοῦ ἀνθρώπου συλλαμβάνει μιὰ συγκεκριμένη ἐνόραση ὡς ἀληθινή. Ὁ στοχαστὴς ποὺ ταύτιζε πλήρως νόηση καὶ ὕπαρξη, εἶχε ἐπίσης τὸ χάρισμα νὰ ὑπερβαίνει στὸν λόγο του τὴν ἀναιμία τῶν ἐπιχειρημάτων: ὁ Παρμενίδης δὲν εἶναι ἕνας ‘μεγαλοφυής’, ἡ δύναμή του γιὰ διανοητικὴ εἰκασία πραγματοποιεῖται μέσα στὴν ἐσωτερική του βίωση τῆς πέρα ἀπὸ ἐπιχειρήματα ἄμεσης βέβαιης ἐνόρασης ὅτι αὐτὸς ἐδῶ ὁ ἔγχρονος κόσμος στὴν πραγματικότητα βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο.

Ὁ Παρμενίδης συναισθάνεται πὼς ὁ θάνατος ἁπλῶς δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐξοντώνει τὴν πραγματικότητα. Τὸ βάθος ὅπου ἡ ἐνόραση αὐτὴ κυοφορεῖται, προβαίνει ὡς ἡ ποιητικὴ οὐσία τοῦ ἔργου του, μὲ τὸν λογικισμὸ νὰ καταφέρει ἀπὸ τὴν πλευρά του ὅσο γίνεται πιὸ ἰσχυρὴ (καὶ ὄχι ἰδιαίτερα ἰσχυρὴ ἐν τέλει) ἀντίρρηση σὲ ὅσους θὰ χρησιμοποιοῦσαν τὴν λογιστικὴ γιὰ νὰ ἀπορρίπτουν τὸ ἐνορατικὸ βίωμα ὑπάρξεως θείας ὥστε καὶ ἀκατάλυτης.