Πέρα ἀπ’ ὅσα διδάσκει ὁ Παῦλος, τὰ ὁποῖα ἀφήνει σχεδὸν τελείως ἀνεκμετάλλευτα ἡ Γαμήλια Ἀκολουθία μας, ὑπάρχουν στὸ Εὐαγγέλιο σχετικὲς σελίδες μεγάλης σημασίας, ποὺ κι αὐτὲς ἔμειναν ἀναξιοποίητες, ὅπως τὸ δέκατο ἔνατο κεφάλαιο τοῦ Ματθαίου, ὅπου ἐμφανίζονται μαζὶ τὰ θέματα τοῦ γάμου (στίχοι 3–11) καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν (στίχοι 12–30).

Στὴν σύμφωνη μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ παράδοση ἔμφαση ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς στὸν γάμο ὡς ἕνωση ‘εἰς σάρκα μίαν,’ ἐπιζητεῖται ἀποτροπὴ τοῦ εὔκολου διαζυγίου καὶ ἀνάδειξη τῆς σοβαρότητας τῶν σχέσεων, σὲ καμμία περίπτωση ἐξιδανίκευση τῆς γαμήλιας συνήθειας. Στὸ ἴδιο ἀκριβῶς κεφάλαιο συνυπάρχει ἡ προτροπή, ὅτι καθένας ποὺ ὄχι ἁπλῶς δὲν συνάπτει, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διαλύει τὸν ἤδη ὑπαρκτὸ γάμο, ἐγκαταλείποντας στὸ ὄνομά Του ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα (στ. 29), θὰ κληρονομήσει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρα­νῶν.

Τὰ ἀπορριπτόμενα εἶναι περισσότερα, σημαίνοντας τὰ πάντα — ‘οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγρούς’ — ἀπ’ ὅπου γίνεται φανερὸ χωρὶς ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται γιὰ ἐγκατάλειψη ὑπαρκτῶν καὶ ὄχι μόνο δυνατῶν καὶ ἐλπιζόμενων σχέσεων.

Ἡ ἀναφορὰ στὸν γάμο κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν σεξουαλικότητα, ἤδη μὲ τὴν ὑπενθύμιση τῆς διάκρισης τῶν φύλων τὴν ὥρα τῆς δημιουργίας, ἔπειτα μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς πορνείας ἢ στροφῆς τοῦ σεξουαλικοῦ ἐνδιαφέροντος σὲ ἄλ­λον ἐκτὸς τοῦ συζύγου ὡς αἰτίας διαζυγίου.