Ἔχουν κάνει ἕνα δικό τους κοσμικὸ εὐαγγέλιο, ἕνα εὐαγγέλιο στὰ μέτρα τους, καὶ σοῦ λένε: «Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ἔχη τὴν ἀξιοπρέπειά του· δὲν πρέπει νὰ φανῆ, κατὰ κάποιον τρόπο, κορόιδο». Τὰ ἀντιμετωπίζουν δηλαδὴ ὅλα μὲ μιὰ κοσμικὴ λογικὴ καὶ δικαιοσύνη.

«Αὐτὸ τὸ δικαιοῦμαι, σοῦ λέει, δὲν τὸν ἀδικῶ· δὲν θέλω νὰ μὲ ἀδικῆ!». Νὰ ἔχη ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἀναπαυμένο τὸν λογισμό του ὅτι ἔχει δίκαιο. Καὶ βλέπεις σὲ ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ κοσμικά.

Φιλότιμο δὲν ἔχει, θυσία δὲν ἔχει, τίποτε δὲν ἔχει, δικό του εὐαγγέλιο ἔφτιαξε καὶ δὲν ἔχει καμμιὰ συγγένεια μὲ τὸν Θεό. Ἔμ, πῶς θὰ τὸν ἐπισκιάση μετὰ ἡ θεία Χάρις;

Μά, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν λέει ἁπλῶς: «ἂν σὲ παρακαλέση κάποιος νὰ πᾶς ἕνα μίλι, πήγαινε δύο», ἀλλὰ λέει: «ἂν σὲ ἀγγαρέψη ἕνα μίλι, πήγαινε δύο» . Ἢ δὲν λέει: «ἂν σοῦ ζητήση τὸν χιτώνα, δῶσε καὶ τὸ ἱμάτιο», ἀλλὰ «ἂν σοῦ ἀφαιρέση τὸν χιτώνα, δῶσε καὶ τὸ ἱμάτιο» .

Νὰ τὸ λέη ὁ Χριστὸς αὐτὸ καὶ ὁ ἄλλος, ἐνῶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του πνευματικὸ ἄνθρωπο, νὰ λέη: «Ἐγὼ ἔφερα τὰ δικά μου, καὶ αὐτὸς νὰ πάη τὰ δικά του»; Εἶναι σὰν νὰ λέη δηλαδή: «κορόιδο εἶμαι νὰ μοῦ ζητήση ἕνα μίλι καὶ νὰ πάω δύο;».

Ἔμ, πῶς θὰ πλησιάση ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σὲ ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο; Ἐνῶ, ὅταν κανεὶς ἐφαρμόζη τὸ γραφικὸ χωρίο καί, ἅμα τὸν ἀγγαρεύουν ἕνα μίλι, πηγαίνη πιὸ πέρα, μετὰ ἐργάζεται ὁ Χριστὸς καὶ ἀλλοιώνεται πνευματικὰ ὁ ἄλλος ποὺ τὸν ἀγγάρεψε καὶ προβληματίζεται: «Βρέ, κοίταξε, λέει, ἐγὼ τὸν ἀγγάρεψα ἕνα μίλι καὶ αὐτὸς πῆγε πιὸ πέρα! Τόση καλωσύνη!».

Ἐὰν εἶχε καὶ ὁ Χριστὸς αὐτὴν τὴν κοσμικὴ λογικὴ ποὺ ἔχουν σήμερα πολλοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, δὲν θὰ ἄφηνε τὸν οὐράνιο Θρόνο Του, γιὰ νὰ κατεβῆ στὴν γῆ, νὰ ταλαιπωρηθῆ καὶ νὰ σταυρωθῆ ἀπὸ μᾶς τοὺς ἐλεεινοὺς ἀνθρώπους. Μέσα ὅμως στὴν κατ᾿ ἄνθρωπο αὐτὴν ἀποτυχία Του ἦταν κρυμμένη ἡ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Ἀλλὰ τί τράβηξε, γιὰ νὰ μᾶς σώση! Μέχρι νὰ Τοῦ δίνουν σφαλιάρες καὶ νὰ Τοῦ λένε: «Προφήτευσε ποιός σὲ χτύπησε!»…

Ἐγὼ ξέρεις πόσο λυπόμουνα, ὅταν ἤμουν μικρὸς καὶ ἔβλεπα τὰ παιδιὰ νὰ παίζουν τὸ μπίζ; Ἄντε τώρα νὰ παίζουν αὐτὸ τὸ παιχνίδι μὲ τὸν Χριστό!… «Προφήτευσε ποιός σὲ χτύπησε!… Πάμ!». Ὤ, φοβερό! Καὶ ἐμεῖς ζητᾶμε ἕναν Χριστιανισμὸ χωρὶς σταύρωση, ἀλλὰ ἀπευθείας ἀνάσταση. Κάνουμε ἕναν Χριστιανισμό, ἕναν Μοναχισμό, ὅπως τὸν θέλουμε. Δὲν θέλουμε νὰ στερηθοῦμε τίποτε.