Ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἀκόμη καὶ ἡ πιὸ τέλεια, ἔχει πάντα ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Καὶ ὅσο ὑπάρχει ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο, τὸ Πνεῦμα προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀποβάλη ὡς ξένο σῶμα, καὶ ὁ ἄνθρωπος παλεύει μὲ ἀνεβοκατεβάσματα καὶ κουράζεται ψυχικά. Ὅταν ἀποκτήση τὴν θεϊκὴ δικαιοσύνη, ἔρχεται τὸ λαμπικάρισμα καὶ ὁ θεῖος φωτισμός.

Γνώρισα κάποιον ποὺ ἐκκλησιαζόταν τακτικά, νήστευε κ.λπ. καὶ εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι ζοῦσε πνευματικά. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐνῶ εἶχε πέντε διαμερίσματα, δύο μισθούς, παιδιὰ δὲν εἶχε, δὲν ἔδινε δραχμὴ σὲ ἕναν φτωχό. «Καλά, τοῦ εἶπα, ἔχεις τόσους φτωχοὺς συγγενεῖς, γιατί δὲν τοὺς δίνεις κάτι; Τί θὰ τὰ κάνης; Δῶσε σὲ χῆρες, σὲ ὀρφανά». Καὶ ξέρετε τί μοῦ εἶπε; «Καλά, νὰ μὴν παίρνω ἐνοίκιο ἀπὸ τὴν χήρα ἀδελφή μου;». Ἀνέβηκε τὸ αἷμα στὸ κεφάλι μου, ὅταν τὸ ἄκουσα. Νά, αὐτὴ εἶναι ἡ κοσμικὴ δικαιοσύνη!

«Ἀφοῦ δὲν εἶναι δικά μου τὰ παιδιὰ ποὺ θὰ πεινάσουν, σοῦ λέει ὁ ἄλλος, δὲν ἔχω εὐθύνη. Δὲν τὸν ἀδικῶ. Ἀλλοίμονο, ἐγὼ νὰ ἀδικήσω!», καὶ ἀναπαύουν τὸν λογισμό τους μὲ τὸν δικό τους τρόπο, ἀλλὰ ἀνάπαυση πραγματικὴ δὲν ἔχουν. Μὲ μιὰ ἀνθρώπινη λογική, μὲ μιὰ δικαιοσύνη κοσμική, ἀδιαφοροῦν μπροστὰ σὲ σοβαρὲς καταστάσεις.

Πῶς νὰ νιώσουν ὕστερα κάτι τὸ πνευματικό; Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μπορεῖ νὰ δώσουν ἕνα σπίτι εὐλογία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἂν τοὺς χρωστάη κάποιος ἕνα νοίκι, νὰ τοῦ κάνουν μήνυση. Πῶς τὸ ἐξηγεῖτε αὐτό;… Ἀπὸ τὴν μιὰ δίνουν σὲ κάποιον ἑκατὸ χιλιάδες καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη κάνουν παζάρια στὸν ταξιτζῆ καὶ τὸν πᾶνε στὴν ἀστυνομία τουρισμοῦ γιὰ χίλιες δραχμές. Πῶς τὸ ἐξηγεῖτε;

Δίνουν τὰ πολλὰ μὲ ὑπερηφάνεια· τὸ κάνουν γιὰ νὰ δοξασθοῦν οἱ ἴδιοι, ὄχι εἰς δόξαν Θεοῦ. Μπορεῖ ἀκόμη καὶ ὅλα νὰ τὰ δώσουν, ἀγάπη ὅμως δὲν ἔχουν.

Σήμερα ὑπάρχει ἕνα λανθασμένο πνεῦμα. Ἀκόμη καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ζητοῦν μιὰ νομικὴ δικαιοσύνη καὶ λένε ὅτι πιστεύουν καὶ στὸν Θεό! «Τὸ δίκιο σου, τὸ δίκιο μου». Αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο τῆς λογικῆς, τῆς παράξενης λογικῆς, νὰ μὴν ὑπῆρχε!

«Νὰ μὴ μὲ περνοῦν κορόιδο», λένε… Εἶπα σὲ ἕναν ποὺ ἤθελε νὰ πάη στὸ δικαστήριο κάποιον ποὺ τοῦ χρωστοῦσε χρήματα: «Ἔχεις ἀνάγκη; Ἔχεις περισσότερα παιδιά; Μήπως σὲ βάζει ἡ γυναίκα σου καὶ βρίσκεσαι σὲ δύσκολη θέση;». «Ὄχι, λέει, τὸ κάνω, γιὰ νὰ βρῶ τὸ δίκιο μου».

Τί νὰ πῆ κανείς; Εἶναι καὶ μιὰ ἀγωγὴ ποὺ εἶχε δοθῆ παλιότερα ἀπὸ μερικοὺς πνευματικοὺς κύκλους. Χρόνια τώρα θυμᾶμαι ἕνα περιστατικὸ καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ ξεχάσω. Σὲ ἕνα βρεφοκομεῖο ὑπηρετοῦσαν ἀφιερωμένες νοσοκόμες. Σὲ κάποιο ἄρρωστο παιδάκι ἔπρεπε νὰ κάνη ὁ γιατρὸς μιὰ ἐξέταση μὲ ραδιενέργεια καὶ ζήτησε νὰ πάη μιὰ νοσοκόμα νὰ τὸν βοηθήση, ἀλλὰ δὲν πῆγε καμμιὰ ἀπὸ αὐτές, γιατὶ φοβόνταν μήπως πάθουν τίποτε ἀπὸ τὴν ραδιενέργεια.

Κατ᾿ ἀρχάς, ἀφοῦ ἦταν ἀφιερωμένες, δὲν ὑπῆρχε θέμα. Ἂν σκέφτονταν νὰ παντρευτοῦν, τότε θὰ πείραζε. Ἀλλὰ καὶ νὰ σκέφτονταν νὰ δημιουργήσουν οἰκογένεια, πάλι ἔπρεπε νὰ κάνουν μιὰ θυσία σὰν πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἦταν. Κανονικά, ἔπρεπε νὰ μαλώνουν ποιά νὰ πάη. Καὶ τελικά, ἔτρεξε νὰ βοηθήση τὸν γιατρὸ μιὰ ἄλλη, ποὺ οὔτε πνευματικὰ ζοῦσε, ἀλλὰ καὶ σκεφτόταν νὰ παντρευτῆ, γιατὶ λυπήθηκε τὸ παιδάκι.

Καὶ τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα εἶναι ποὺ τέτοιους ἀνθρώπους δὲν τοὺς πειράζει γι᾿ αὐτὸ ἡ συνείδηση, γιατὶ λένε: «Αὐτὰ δὲν εἶναι γιὰ μᾶς. Ἐμεῖς εἴμαστε γιὰ τὰ πνευματικά». Μπορεῖ μάλιστα νὰ ἔχουν τὸν λογισμό: «ἐκεῖνον τὸν ἀναπαύει νὰ θυσιάζεται κι ἐμένα μὲ ἀναπαύει νὰ ἔχω τὴν ἡσυχία μου…», καὶ καμμιὰ φορὰ νὰ τὸν κατακρίνουν κιόλας καὶ νὰ λένε ὅτι δὲν ἔχει πνευματικὴ κατάσταση. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀρχοντιά, τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας, τὸ ἀθόρυβο, ἡ ἀφάνεια.