Η δεύτερη προϋπόθεση είναι τα οφέλη από τη συμμετοχή στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια να μπορούν να γίνουν αντιληπτά από όλους τους πολίτες. Αυτό αφορά όλες τις χώρες, καθώς η έξαρση του αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού απείλησε και εξακολουθεί να απειλεί την ίδια την ύπαρξη της Ένωσης. Και ακόμα περισσότερο την Ελλάδα, μια χώρα η οποία υπέφερε και ζημιώθηκε από το λαϊκισμό, τις υπεραπλουστεύσεις και τις πολιτικές απάτες ή αυταπάτες.

Η δική μας πολιτική – και πιστεύω και η συζήτηση στην Ευρώπη – πρέπει να έχει στο επίκεντρό της τους πολίτες που νιώθουν ξένοι και ξεχασμένοι από τα κέντρα λήψης αποφάσεων της Ε.Ε. Την μέση οικογένεια που ανησυχεί για το μέλλον της. Τους πολίτες που νιώθουν ότι απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση και την πρόοδο της τεχνολογίας. Όλους εκείνους που νοιώθουν το διαλυτικό συναίσθημα ότι αυτά που θεωρούσαν δεδομένα – στην οικονομία και στον τρόπο ζωής τους – δεν είναι καν αυτονόητα.

Πρέπει με απλά λόγια, η Ευρώπη να συνομιλήσει με μια τραυματισμένη κοινωνία και να την πείσει πως οι αλλαγές αφορούν εκείνη και όχι μια απόμακρη ελίτ στις Βρυξέλλες ή στις εθνικές πρωτεύουσες της Ευρώπης. Τώρα που και στη χώρα μας ο αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός ηττάται, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τη θέση της Ελλάδας σε μια Ευρώπη που αλλάζει. Και κυρίως, να κάνουμε αυτά που πρέπει.

Ως πολιτικά πρόσωπα, ως κόμματα, ως φορείς, ως ακαδημαϊκοί, ως χώρα συνολικά. Να φανεί στην πράξη ποιοι μένουν στα εύκολα λόγια και ποιοι θα μπουν στο καμίνι της πολιτικής δράσης. Ποιοι περιορίζονται στο να βλέπουν την ιστορία να περνά από μπροστά τους και ποιοι θα επιλέγουν να γίνουν μέρος της και να τη διαμορφώσουν.

Ο ρόλος της Ελλάδας οφείλει να είναι πρωταγωνιστικός. Το χρωστάμε στην ιστορία μας, το χρωστάμε στο μέλλον των γενιών που έρχονται.

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: «ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ», 16/10/2017