Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

Η ΟΜΙΛΙΑ τοῦ Παύλου στοὺς Ἀθηναίους βοηθάει κατ’ ἀρχὴν νὰ σκεφτοῦμε τὴν δική του μεταστροφή. Πιστεύω πὼς εἶναι ἀμέσως κατανοητὸ ὅτι, ὁσοδήποτε κι ἂν χρειαζόταν, ὅμως δὲν ἀρκοῦσε ἕνα ὅραμα, ὅταν καὶ ἄλλοι συναντοῦσαν τὸν Χριστὸ ἀλλὰ δὲν πίστευαν. Κακοὶ μάρτυρες γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὰ μάτια καὶ τὰ αὐτιά, ἂν ἔχουν βάρβαρες ψυχές, ἐξηγεῖ ὁ Ἡράκλειτος.[157]

Ὄχι μόνο ἡ βάρβαρη, ἀλλὰ καὶ μιὰ ψυχὴ ποὺ ἔφτασε νὰ μαντεύει πὼς ἡ ὀμορφιὰ εἶναι ἀλήθεια, ἡ ἀλήθεια ὀμορφιά, ὅμως ὄχι (ἢ ὄχι ἀκόμα) στὴν Μορφὴ ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος ἡ ἀλήθεια, ἔχει τὴν ὀμορφιά της θνητή, ἐπιχειρεῖ ὀλιγάρκεια χωρὶς λόγο: αὐτὸ εἶν’ ὅλο / ποὺ ξέρεις στὴ γῆ, κι ὅλο ποὺ χρειάζεται νὰ ξέρεις.[158] Κάποτε δὲν ἀντέχει ἡ ἀπελπισμένη αὐτὴ ὀλιγάρκεια, καὶ τὸ ἄλογο γίνεται παράλογο, ὁ ἄνθρωπος τρελαίνεται τελείως.

Πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὸ ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ, ὁ Παῦλος θὰ πρέπει νὰ εἶχε ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια μὲ σπουδὴ καὶ τόλμη,[159] μέσα σὲ προσευχὴ μετάνοιας,[160] ἡ ὁποία τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀφεθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Φῶς ποὺ κατέφλεγε τὴν ἁμαρτία του, καὶ κατόπιν νὰ μιλήσει στοὺς Ἀθηναίους μὲ τὸν φιλοσοφικὸ καὶ εὐαγγελικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἔκανε. Ὅπως συνοψίζει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, “ἔφερε πνευματικῶς στὴν καρδιά του τὸν Χριστό, τὸν ὁποῖο ἐδίωκε, γι’ αὐτὸ τοῦ φανερώθηκε τὸ Φῶς τῆς Θεότητας μὲ δύναμη”.[161]

 

Η ΟΜΙΛΙΑ τοῦ Παύλου στηριζόταν κυρίως στὰ δεδομένα τῆς ὁμηρικῆς θρησκείας — ὅπου ὁ Ποσειδῶν μποροῦσε νὰ ἀποσύρεται στὸν ναό του στὶς Αἰγὲς[162] καὶ ἡ Ἀθηνᾶ στὸ Ἐρεχθεῖο[163] — ἀφορῶντας στὴν καρδιὰ τῆς ἑλληνικῆς ἀγωνίας, στὸ ζήτημα τοῦ θανάτου, τὸ ὁποῖο διατηροῦσε τὸν ὁμηρικὸ πυρῆνα του[164] ἀκόμη καὶ μετὰ τὶς φιλοσοφικὲς ἐπιγνώσεις, καὶ πιὸ ἔντονο μέσα στὸν συγκρητισμὸ τῆς ἐποχῆς.[165] Ὁ Παῦλος συνέδεσε τὸν πυρῆνα αὐτὸ μὲ τὴν ἴδια τὴν δική τους ὑψηλότερη θεολογικὴ σκέψη, κρίσιμα στοιχεῖα τῆς ὁποίας ἐγγυήθηκε φέροντάς τα στὸν ὁρίζοντα τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης.

Μόνο πολὺ ἀπρόσεκτα θὰ νόμιζε κανεὶς ὅτι “τὸ νέο μήνυμα ὑποσχόταν μιὰν ἀθανασία, τὴν ὁποία δὲν εἶχαν τολμήσει ποτέ νὰ ἐλπίσουν”.[166] Ὁ Παῦλος συνέδεσε τὴν ἀθανασία ποὺ δὲν ἤλπιζαν ἁπλῶς ἀλλὰ γνώριζαν, μὲ τὴν πρωταρχικὴ ὁμηρικὴ συνείδησή τους. Περισσότερο συνάρμοσε τὴν ἱστορική τους συνείδηση σὲ μιὰ ἑνότητα, παρὰ τοὺς ἀνακοίνωσε κάτι νέο. Ἡ ἀγγελία τῆς ἀνάστασης δόθηκε στοὺς Ἕλληνες ὡς αὐτονόητη πλευρὰ τῆς στενῆς σχέσης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, στηριζόμενη στὴν θεία πρόνοια καὶ ἀγάπη γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος στὸ σύνολό του, ὡς γένος τοῦ Θεοῦ.

Ἡ (ὁμηρικὴ ἤδη) ζωντανὴ ἐπίγνωση συγγένειας καὶ ἐπαφῆς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἀπομάκρυνε κάθε μαγικὴ συνεκδοχὴ καὶ συνέδεε τὴν ἀνάσταση μὲ τὴν ἐπιθυμία καὶ φροντίδα Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ ἡ ποίηση ὅλων τῶν ἐθνῶν ἀπὸ ἕνα, καὶ ἡ μαρτυρία γιὰ τὴν Ἡμέρα τοῦ ζῶντος ἀνδρὸς καὶ τὴν οἰκουμενικὴ δικαιοσύνη Του, ἀποκάλυπτε πὼς ἡ μύηση κατ’ ἀρχὴν ἀφορᾶ σὲ ὅλους — οὔτε σὲ μία μόνο ἐθνότητα, οὔτε σὲ στενὸ κύκλο σοφῶν — καὶ δὲν εἶναι ἀφηρημένη διαδικασία προσαρμογῆς σὲ συμπαντικοὺς νόμους διαιωνίσεως, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της, ὁλόκληρο τὸ νόημά της, σὲ συγκεκριμένο πρόσωπο, θεῖο μαζὶ καὶ ἀνθρώπινο.